Σύμφωνο Μολότοφ-Ρίμπεντροπ – 6. Η φαρσοκωμωδία της Ρηνανίας

Μ’ αυτά και μ’ αυτά, μπήκε το 1936. Ο Χίτλερ αντιμετωπίζει προβλήματα επιβολής στο ίδιο του το κόμμα, όπου αμφισβητείται πλέον η μονοκρατορία του. Μια σειρά διπλωματών καριέρας, έμπειροι αξιωματικοί αλλά και κομματικά στελέχη πρώτης γραμμής διατυπώνουν σοβαρές επιφυλάξεις στην πρόθεση του αρχηγού να αμφισβητήσει έμπρακτα την Συνθήκη των Βερσαλλιών. Παρ’ ότι έχει ξεκινήσει ήδη η ενίσχυση της Βέρμαχτ με αθρόες στρατολογήσεις, η στρατιωτική δύναμη της χώρας είναι ακόμη πολύ ασθενική και δεν επιτρέπει την δημιουργία προκλήσεων. Όμως, ο Χίτλερ είναι αποφασισμένος: θα ανακαταλάβει στρατιωτικά την Ρηνανία!

Όπως είδαμε σε προηγούμενο σημείωμα, η Συνθήκη των Βερσαλλιών προέβλεπε την εκμετάλλευση της περιοχής από την Γαλλία επί 15 χρόνια και, κατόπιν, θα γινόταν δημοψήφισμα για να αποφασίσουν οι κάτοικοι αν θα έμεναν οριστικά με την Γαλλία ή θα επέστρεφαν στην Γερμανία. Μιας και βρισκόμαστε στο 1936, τα συμμαχικά στρατεύματα έχουν από καιρό αποχωρήσει και η περιοχή θα μπορούσε άνετα να ξαναγίνει γερμανική με ένα απλό δημοψήφισμα, αφού η συντριπτική πλειοψηφία των κατοίκων της ήσαν γερμανοί. Αλλά ο Χίτλερ δεν αρκείται στις πολιτικές λύσεις. Έχει ανάγκη από μια επίδειξη ισχύος, προκειμένου να αναδειχθεί σ’ αυτό που ονειρεύεται: σε πραγματικό αρχηγό, σε φύρερ. Εξ άλλου, με μια τέτοια επίδειξη θα αποδείξει στους γερμανούς ότι έχει χεσμένη την -τόσο ταπεινωτική γι’ αυτούς- Συνθήκη των Βερσαλλιών. Έτσι, στις 7 Μαρτίου 1936 δίνει εντολή στα γερμανικά στρατεύματα να εισβάλουν στην Ρηνανία.

Για την επιχείρηση, ο Χίτλερ κινητοποίησε τρεις στρατιές. Οι δυο απ’ αυτές (με 5 μεραρχίες συνολικά) θα καταλάμβαναν την βόρεια Ρηνανία, με σχετικά μικρό κίνδυνο αφού η περιοχή συνορεύει με τις Κάτω Χώρες. Η τρίτη στρατιά, με 7 μεραρχίες συν μία εφεδρική, θα εισέβαλε στην νότια Ρηνανία, η οποία συνορεύει με την Γαλλία. Αλλά κι αυτή η στρατιά θα τηρούσε στάση αναμονής, ώσπου να πιστοποιηθούν οι διαθέσεις των γάλλων. Τον Ρήνο θα διάβαιναν μόνο 19 τάγματα πεζικού και 11 ίλες πυροβολικού, συνολικά 22.000 άνδρες.

Φυσικά, οι δυνάμεις αυτές ήσαν εξαιρετικά μικρές για ένα τέτοιο εγχείρημα. Για να παρακάμψει τις επιφυλάξεις των αξιωματικών του, ο Χίτλερ υποστήριξε ότι στο πλευρό των στρατιωτών του θα έμπαιναν και οι ντόπιοι πολιτοφύλακες, δηλαδή άλλα 38 τάγματα. Παράλληλα, έστειλε στα αεροδρόμια της Ρηνανίας μερικά καταδιωκτικά και βομβαρδιστικά διπλάνα (συνολικά 27 αεροσκάφη) και κινητοποίησε το σύνολο σχεδόν των 720 αρμάτων μάχης που διέθετε. Μόνο που αυτά τα άρματα ήσαν παντελώς άχρηστα σε μάχη, ως αμιγώς… εκπαιδευτικά.

Από την πλευρά της, η Γαλλία διέθετε πάνω από 50 μεραρχίες πλήρως εξοπλισμένες. Αν αποφάσιζε να δώσει αποστομωτική απάντηση στον Χίτλερ, θα μπορούσε να στείλει αμέσως στην Ρηνανία πάνω από 200.000 άντρες, οι οποίοι θα «κατάπιναν» τους γερμανούς σε ελάχιστο χρόνο. Ανήσυχος, ο γερμανός υπουργός άμυνας, ο Βέρνερ φον Μπλόμπεργκ, διέταξε τα στρατεύματά του να μην εμπλακούν σε μάχη και να υποχωρήσουν αμέσως αν οι γάλλοι εκδήλωναν επίθεση.

Παραδόξως, δεν συνέβη τίποτε. Η μοναδική εντολή που δόθηκε στα γαλλικά στρατεύματα ήταν να οχυρωθούν στην Γραμμή Μαζινό και…να περιμένουν (!), λες και η γαλλική ηγεσία φοβόταν εισβολή των γερμανών στην χώρα! Όπως αποκαλύφθηκε αργότερα, το γαλλικό γενικό επιτελείο πήρε αυτή την απόφαση επειδή εκτιμούσε πως οι γερμανοί διέθεταν 24 μεραρχίες πεζικού (!), μια ταξιαρχία ορεινών κυνηγών (!!), δυο μεραρχίες ιππικού και τρεις τεθωρακισμένες μεραρχίες (!!!), χώρια οι πολιτοφύλακες και οι Ες-Ες. Με δυο λόγια, κατά τους γάλλους επιτελείς, οι γερμανοί μπήκαν στην Ρηνανία με 790.000 άντρες και 1.800 τανκς, δηλαδή με δυνάμεις πολλαπλάσιες των γαλλικών! Αν δεν επρόκειτο κακοστημένη παράσταση, τότε επρόκειτο για καθαρή προδοσία.

 Στην ουσία, γάλλοι και άγγλοι γνώριζαν ότι η σύνθεση του ρηνανικού πληθυσμού ήταν σχεδόν αμιγώς γερμανική, οπότε το αποτέλεσμα του -προβλεπόμενου από την Συνθήκη των Βερσαλλιών- δημοψηφίσματος ήταν δεδομένο εκ των προτέρων. Προφανώς, λοιπόν, η φαρσοκωμωδία που σκηνοθετήθηκε στην Ρηνανία, σε πλήρη συνεννόηση των δυτικών δημοκρατιών με τον γερμανό δικτάτορα, είχε σκοπό την ενδυνάμωση του Χίτλερ και την απόλυτη επιβολή του τόσο στο κόμμα του όσο και στην χώρα του.

Πράγματι, ο Χίτλερ βγήκε από την Ρηνανία παντοδύναμος. Είχε πετύχει την απόλυτη νίκη, δίχως να πέσει έστω μια ντουφεκιά. Ο πρώτος blumenkriege (= πόλεμος λουλουδιών) που κέρδισε η Βέρμαχτ, εκτόξευσε την δημοτικότητα του αρχιναζί στα ύψη και, παράλληλα, βούλωσε τα στόματα όσων τον αμφισβητούσαν. Η καθολική ισχύς τού πρώην δεκανέα με το αστείο μουστάκι ήταν πλέον αδιαμφισβήτητη σ’ ολόκληρη την Γερμανία. Και μόλις τέσσερις μήνες αργότερα, αυτή η ισχύς θα μετριόταν και εκτός γερμανικών συνόρων…

.

του Θοδωρή Αθανασιάδη | http://teddygr.blogspot.gr/2013/05/6.html

.

Σύμφωνο Μολότοφ-Ρίμπεντροπ – 5. Η δύση συμπαρίσταται στον Χίτλερ

Είναι σύνηθες να αποκαλούμε «παράφρονα» τον Χίτλερ, όταν αναφερόμαστε σ’ αυτόν. Όμως, αυτός ο χαρακτηρισμός τού γερμανού δικτάτορα είναι μάλλον αποτυχημένος. Παρά την χαμηλή του μόρφωση και την ανύπαρκτη κουλτούρα του (ο φασισμός έχει ιδιαίτερη ροπή στο κιτς), ο Χίτλερ ήταν αρκετά έξυπνος για να καταλάβει πολύ νωρίς ότι το κεφάλαιο, γερμανικό και ξένο, τον χρειαζόταν. Τον χρειαζόταν για δυο λόγους. Πρώτον, για να επανεκκινήσει την γερμανική οικονομία, βοηθώντας να βρεθεί διέξοδος στα προβλήματα που είχε δημιουργήσει το κραχ τού 1929. Και, δεύτερον, τον χρειαζόταν ως αντίβαρο στην εξάπλωση του κομμουνισμού και στην επέκταση της σοβιετικής επιρροής στην Δύση. Το μόνο που όφειλε να κάνει αυτός από την μεριά του ήταν να επιβληθεί στο εσωτερικό της χώρας του και να ποδηγετήσει τις μάζες.

Απτό παράδειγμα της συμπαράστασης που έδειξε η δύση στον Χίτλερ αποτελεί η στάση της στο αυστριακό πραξικόπημα του 1934. Εκείνη την εποχή, καγκελάριος της Αυστρίας ήταν ο χριστιανοσοσιαλιστής Ένγκελμπερτ Ντόλφους. Ο Ντόλφους ήταν κατ’ όνομα μόνο «σοσιαλιστής». Στην ουσία, είχε επιβάλει μια ιδιότυπη δικτατορία, την οποία οι κατοπινοί ιστορικοί ονόμασαν «αυστροφασισμό». Οι κύριοι στόχοι τού Ντόλφους ήταν δύο: η συντριβή της αριστεράς (ακόμη και της μετριοπαθούς σοσιαλδημοκρατίας) και η αποτροπή της ενσωμάτωσης της Αυστρίας στο Γ’ Ράιχ, μια ενσωμάτωση που ευαγγελιζόταν ο -αυστριακής καταγωγής- Χίτλερ.

Τον Ιούλιο του 1934, οι αυστριακοί εθνικοσοσιαλιστές, επιζητώντας την ένωση της χώρας τους με την Γερμανία, εκδήλωσαν πραξικόπημα, δολοφονώντας τον Ντόλφους. Τελικά, το πραξικόπημα δεν πέτυχε και οι εθνικοσοσιαλιστές εξουδετερώθηκαν από τον αυστριακό στρατό. Αν και το Βερολίνο δήλωσε ότι δεν είχε καμιά σχέση μ’ αυτά τα γεγονότα, οι δυτικοί αναλυτές δεν πείστηκαν. Όλα έδειχναν ότι το πραξικόπημα εντασσόταν σε μια προσπάθεια αναθεώρησης της συνθήκης των Βερσαλλιών. Παρά ταύτα, καμία χώρα δεν κατηγόρησε ανοιχτά την Γερμανία. Η μοναδική αντίδραση ήρθε (τί ειρωνεία!) από την… φασιστική Ιταλία, η οποία καταδίκασε δριμύτατα το πραξικόπημα και κάλεσε την Γερμανία να αποφύγει οποιαδήποτε εμπλοκή.

Σημείωση: Η αντίδραση της Ιταλίας είναι λογική. Πρόσφατα, ο Μουσσολίνι είχε προσαρτήσει την γερμανόφωνη περιοχή τού Νοτίου Τυρόλου, την οποία οι ιταλοί αποκαλούν Άλτο Άντιτζε. Ο ιταλός δικτάτορας φοβόταν πως, αν η Γερμανία ενωνόταν με την Αυστρία, ο Χίτλερ θα ζητούσε πίσω τα προσαρτημένα εδάφη.

Δεύτερο και πιο τρανταχτό παράδειγμα της δυτικής συμπαράστασης στον Χίτλερ, ήταν η περίφημη «Αγγλο-Γερμανική Ναυτική Συμφωνία (Anglo-German Naval Agreement, AGNA), η οποία υπεγράφη στο Λονδίνο, στις 18 Ιουνίου 1935. Η εν λόγω διμερής συμφωνία όχι μόνο καταστρατηγούσε κατάφωρα την Συνθήκη των Βερσαλλιών αλλά έγινε και ερήμην των υπολοίπων δυνάμεων της πρώην Αντάντ. Πράγματι, οι άγγλοι προχώρησαν στην σύναψη της AGNA δίχως καν να ενημερώσουν (τουλάχιστον επίσημα) γάλλους και αμερικανούς. Το μόνο που τους ενδιέφερε ήταν να αναθερμάνουν τις οικονομικές τους συναλλαγές με την Γερμανία. Φυσικά, οι βρετανοί «ξέχασαν» να ρωτήσουν ή, έστω, να ενημερώσουν και την Κοινωνία των Εθνών.

Συνοπτικά, η AGNA επέτρεπε στην Γερμανία να αυξήσει την χωρητικότητα του πολεμικού της στόλου μέχρι το 35% του βρετανικού, ποσοστό που ανέβαινε σε 45% για τα υποβρύχια. Κι αν αυτά τα νούμερα δεν λένε πολλά έτσι σκέτα, αρκεί να πούμε πως, με αυτά τα ποσοστά, η Γερμανία πενταπλασίαζε την πολεμική ναυτική της δύναμη και ξεπερνούσε ακόμη και την Γαλλία. Έτσι, ο Χίτλερ θα κυριαρχούσε στην Βαλτική Θάλασσα, εμποδίζοντας την πιθανή σχετική ανάπτυξη των σοβιετικών.

Όπως ήταν αναμενόμενο, η AGNA «άνοιξε» δουλειές για τα αγγλικά μονοπώλια, τα οποία άρχισαν να εφοδιάζουν την Γερμανία με πρώτες ύλες, στρατηγικά υλικά αλλά και πατέντες. Σύντομα, στο φαγοπότι πήραν μέρος και οι ΗΠΑ ενώ δεν άργησε και η Γαλλία να διεκδικήσει κομμάτι από την πίττα. Ο Χίτλερ είχε κάθε λόγο να χαμογελάει κάτω από το κολοβό μουστάκι του.

Α! Παρά λίγο να ξεχάσω μια μικρή λεπτομέρεια. Εκ μέρους της Αγγλίας, την AGNA υπέγραψε ο υπουργός εξωτερικών σερ Σάμιουλ Χόαρ και εκ μέρους της Γερμανίας υπέγραψε ο ομόλογός του Γιόακιμ φον Ρίμπεντροπ…

.

του Θοδωρή Αθανασιάδη | http://teddygr.blogspot.gr/2013/05/5.html

.

Σύμφωνο Μολότοφ-Ρίμπεντροπ – 4. Οι συνθήκες του Α’ Π.Π.

Για να συμπληρώσουμε όσα λέγαμε χτες, επιβάλλεται να ρίξουμε μια ματιά στις συνθήκες που υπεγράφησαν με το τέλος τού Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Συνηθίζουμε να μιλάμε κυρίως για την Συνθήκη των Βερσαλλιών, επειδή αυτή ήταν που ρύθμιζε τις τύχες της Γερμανίας, ενώ είναι ευρύτατη η παραδοχή πως αυτή η συνθήκη περιείχε πολύ σκληρούς όρους. Όμως, η αλήθεια είναι πως την Συνθήκη των Βερσαλλιών ακολούθησαν άλλες τέσσερις συνθήκες (όλες υπογραμμένες σε κάποιο παρισινό προάστιο), οι οποίες περιείχαν πολύ σκληρότερους όρους για τους ηττημένους. Βεβαίως, μιλάμε για την Συνθήκη τού Αγίου Γερμανού (με την Αυστρία), του Τριανόν (με την Ουγγαρία), του Νεϊγύ (με την Βουλγαρία) και των Σεβρών (με την Τουρκία). Πρόκειται για συνθήκες-σφαγεία των ηττημένων συμμάχων της Γερμανίας.

 Ούτε λίγο ούτε πολύ, μ’ αυτές τις συνθήκες εξαφανίστηκαν οριστικά από τον χάρτη τρεις αυτοκρατορίες. Παράλληλα, έκαναν την εμφάνισή τους μια σειρά καινούργια κράτη, τα σύνορα των οποίων χαράχτηκαν εντελώς αυθαίρετα και δίχως να ληφθεί υπ’ όψη η εθνοτική σύνθεση καθενός. Λες και οι νικητές το έκαναν επίτηδες, θέλοντας να ανάψουν εθνικιστικές φωτιές σε ολόκληρη σχεδόν την Ευρώπη από την επόμενη κιόλας μέρα. Και μάλιστα, εθνικιστικές φωτιές που θα υποδαυλίζονταν τόσο από την καταστροφή που άφηνε πίσω του ο πόλεμος όσο κι από την φτώχεια που θα ακολουθούσε.

Για να αποφύγουμε τις πολλές λεπτομέρειες, αξίζει να δώσουμε τον λόγο στον γνωστό μας οικονομολόγο Τζων Μαίυναρντ Κέυνς, ο οποίος συμμετείχε στην συνδιάσκεψη που διαμόρφωσε τις παραπάνω συνθήκες ως οικονομικός σύμβουλος της Βρετανίας (τότε ήταν αναπληρωτής υπουργός οικονομικών). Το 1919, λίγο μετά την υπογραφή των συνθηκών, ο Κέυνς εξέδωσε ένα βιβλίο με τίτλο «Οι οικονομικές συνέπειες της ειρήνης» (εκδόσεις Παπαζήση, 2009), όπου γράφει μεταξύ άλλων:

«Το Συμβούλιο των Τεσσάρων δεν έδωσε καμία σημασία σ΄ αυτά τα ζητήματα, καθώς άλλα είχαν στο νου τους: Ο Κλεμανσώ πώς να συντρίψει την οικονομική ζωή του εχθρού του, ο Λόυντ Τζωρτζ πώς να κλείσει μια συμφωνία για να επιστρέψει με κάτι που θα γινόταν αποδεκτό για μια εβδομάδα, ο Πρόεδρος πώς να μη κάνει τίποτε που δεν θα ήταν δίκαιο. Είναι εκπληκτικό το γεγονός, ότι τα θεμελιώδη προβλήματα μιας Ευρώπης που λιμοκτονούσε και διαλυόταν μπρος στα μάτια τους, ήταν το μόνο ζήτημα που δεν ήταν ικανό να διαγείρει το ενδιαφέρον των Τεσσάρων. Οι αποζημιώσεις ήταν η μόνη τους παρέκκλιση προ το χώρο της οικονομίας και τις προσέγγισαν σαν να ήταν πρόβλημα θεολογικό, πολιτικό, ψηφοθηρικό και, εν πάση περιπτώσει, από κάθε άλλη άποψη εκτός απ΄ αυτή που αφορούσε το οικονομικό μέλλον των Κρατών των οποίων το μέλλον διαχειρίζονταν (…) Οι άνθρωποι δεν είναι πάντοτε διατιθέμενοι να πεθάνουν ήσυχα. Διότι η λιμοκτονία, που σε ορισμένους φέρνει λήθαργο και την ανημποριά της απόγνωσης, σε άτομα διαφορετικού ταμπεραμέντου προξενεί τη νευρική αστάθεια της υστερίας και τρελή απόγνωση. Κι αυτοί στην απελπισία τους μπορεί να ανατρέψουν τα υπολείμματα οργάνωσης και να καταποντίσουν τον ίδιο τον πολιτισμό στη προσπάθειά τους να ικανοποιήσουν όπως μπορούν τις κυρίαρχες ανάγκες του ατόμου (…) Ποτέ δεν έχω νιώσει τόσο δυστυχισμένος όσο τις περασμένες δύο-τρεις εβδομάδες· η Συνθήκη ειρήνης είναι παράλογη και ανεφάρμοστη και δεν θα φέρει παρά δυστυχία…»

Επειδή τούτα τα κείμενα έχουν στόχο την διερεύνηση της Συμφωνίας Μολότοφ-Ρίμπεντροπ, ας περιοριστούμε στα βασικά σημεία τής Συνθήκης των Βερσαλλιών, η οποία αφορούσε την Γερμανία ή, μάλλον, τσάκιζε την Γερμανία, εφ’ όσον:

– Αλσατία και Λορραίνη (περ. 2.000.000 κάτοικοι) αποδίδονταν στην Γαλλία.

– Η επαρχία τού Βόρειου Σλέσινγκ (163.000 κάτοικοι) δινόταν στην Δανία.

– Οι -σχεδόν αμιγώς γερμανικές- επαρχίες Πόζεν (σημ. Πόζναν) και Δυτική Πρωσσία (πάνω από 4 εκατ. κάτοικοι) χαρίζονταν στο νεοδημιουργούμενο κράτος Πολωνία, ώστε αυτό να έχει διέξοδο στην Βόρεια Θάλασσα.

– Το ανατολικό τμήμα της Άνω Σιλεσίας (965.000 κάτοικοι, στην συντριπτική τους πλειοψηφία γερμανόφωνοι) δινόταν επίσης στην Πολωνία. Η υπόλοιπη Άνω Σιλεσία (450.000 κάτοικοι) περνούσε στην Τσεχοσλοβακία.

– Οι πόλεις Όυπεν και Μαλμεντύ, με την ευρύτερη περιοχή τους, περνούσαν στο Βέλγιο.

– Οι περιοχές τού Ζολντάου, της Βάρμιας και της Μασουρίας γίνονταν κι αυτές πολωνικά εδάφη.

– Η βόρεια Ανατολική Πρωσσία (Μέμελ, 150.000 κάτοικοι) τέθηκε υπό γαλλικό έλεγχο και αργότερα αποδόθηκε στην Λιθουανία, δίχως δημοψήφισμα.

– Η ανθρακοφόρα περιοχή τού Σάαρ αποδιδόταν για εκμετάλλευση στην Γαλλία, με τον όρο ότι σε 15 χρόνια θα γινόταν δημοψήφισμα για να αποφασίσουν οι κάτοικοι αν θέλουν να «κολλήσουν» με την Γαλλία ή με την Γερμανία.

– Το λιμάνι Ντάντσυχ (σημ. Γκντανσκ) θα αποτελούσε ανεξάρτητο έδαφος, υπό την επίβλεψη της Κοινωνίας των Εθνών.

– Όλες οι γερμανικές αποικίες χάνονταν: η Γερμανική Ανατολική Αφρική (Μπουρούντι, Ρουάντα, Τανγκανίκα) γινόταν βρετανική, η Γερμανική Νοτιοδυτική Αφρική (σημ. Ναμίμπια) δινόταν στην Νότιο Αφρική, το Καμερούν και το Τόνγκο τα μοιράζονταν βρετανοί και γάλλοι,  η Γερμανική Σαμόα πήγαινε στην Νέα Ζηλανδία, η Γερμανική Νέα Γουινέα στην Αυστραλία και οι υπόλοιπες γερμανικές αποικίες του Ειρηνικού δίνονταν στην Ιαπωνία.

– Τα -πλουσιότατα- εδάφη της δυτικής όχθης του Ρήνου, της Κολωνίας, του Κόμπλεντζ και του Μάιντζ θα παρέμεναν υπό συμμαχική στρατιωτική κατοχή.

Κοντά σε όλα αυτά, η Γερμανία έχανε όλα τα εμπορικά της δικαιώματα με ξένες χώρες (Κίνα, Αίγυπτος, Μέση Ανατολή κλπ), αποδεχόταν την «πολεμική ενοχή» της, δήλωνε ότι ήταν η μόνη υπεύθυνη για τον πόλεμο και δεσμευόταν να καταβάλει όσες πολεμικές αποζημιώσεις τής επιδικάζονταν. Κι όλα αυτά ενώ η Συνθήκη τής αποστερούσε τις πιο πλουτοπαραγωγικές της περιοχές. Τα ίδια και χειρότερα πάθαιναν κι οι άλλοι χαμένοι τού πολέμου.

Θα έλεγε κανείς ότι οι σύμμαχοι έβγαλαν το μένος τους κατά των γερμανών και θά ‘πρεπε να αισθάνονταν ευτυχείς. Δυστυχώς, όμως, σύντομα απεδείχθη ότι ο Κέυνς είχε δίκιο: με την Συνθήκη, η παγκόσμια καπιταλιστική μηχανή έχανε ένα από τα σημαντικότερα γρανάζια της (για παράδειγμα, η Γερμανία αποτελούσε προπολεμικά τον δεύτερο καλύτερο πελάτη τής Βρετανίας) και άρχισε να ρετάρει. Δεν χρειάστηκε να περάσουν παρά μονάχα δέκα χρόνια για να μπουκώσει τελείως αυτή η μηχανή και να γνωρίσει ο πλανήτης την μεγαλύτερη οικονομική κρίση τού εικοστού αιώνα.

Παράλληλα, η Συνθήκη των Βερσαλλιών οδήγησε σε ανατροπή των ενδοκαπιταλιστικών ισορροπιών. Πάνω στο ξεσκισμένο κορμί της Γερμανίας, οι αντιθέσεις εντάθηκαν. Γάλλοι και Άγγλοι καταλάβαιναν ότι σύντομα οι ΗΠΑ θα διεκδικούσαν τον πρωτεύοντα ρόλο στο σύστημα ενώ η Σοβιετική Ένωση δεν θ’ αργούσε να αναδειχτεί σε επικίνδυνο αντίπαλο μέσω της εξάπλωσης του κομμουνισμού. Το σύστημα αναζητούσε εναγωνίως νέο σημείο ισορροπίας.

Μπροστά σ’ αυτά τα προβλήματα, ο καπιταλισμός δεν άργησε να επιλέξει διέξοδο: η Γερμανία έπρεπε να επανενταχθεί στο σύστημα. Κι αυτό φαινόταν πως θα μπορούσε να γίνει σχετικά εύκολα, μιας και η χώρα (όση είχε απομείνει, τέλος πάντων) δεν είχε γνωρίσει την ισοπέδωση του πολέμου και οι υποδομές της ήσαν αλώβητες: η Γερμανία συνθηκολόγησε δίχως να πατήσει στα εδάφη της εχθρικός στρατός.

.

του Θοδωρή Αθανασιάδη | http://teddygr.blogspot.gr/2013/05/4.html

.

Σύμφωνο Μολότοφ-Ρίμπεντροπ – 3. Διπλωματικά παιχνίδια

Για να βγάλουμε μια άκρη στο διπλωματικό κομφούζιο που επικρατούσε στην Ευρώπη εκείνης της εποχής, πρέπει να γυρίσουμε μερικές σελίδες πίσω στο βιβλίο τής Ιστορίας και να φτάσουμε στις αρχές του 1871, όταν η Πρωσσία κατανικά την Γαλλία, επιβάλλει υπέρογκες πολεμικές αποζημιώσεις στους ηττημένους και τους ακρωτηριάζει εδαφικά, προσαρτώντας την Αλσατία και την Λορραίνη (συνθήκη της Φρανφούρτης, 1871). Στις 18/1/1871, ο παντοδύναμος Όθων Βίσμαρκ κηρύσσει την ίδρυση της Γερμανικής Αυτοκρατορίας. Οι Γερμανοί κυριαρχούν πλέον στην Ευρώπη, τόσο οικονομικά όσο και στρατιωτικά.

Κύριο μέλημα της εξωτερικής πολιτικής τού Βίσμαρκ ήταν η αποφυγή σύμπηξης αντιγερμανικών συνασπισμών με την συμμετοχή τής Γαλλίας, κυρίως δε η αποτροπή γαλλορωσσικής προσέγγισης. Οι προσπάθειες του Βίσμαρκ ευοδώθηκαν στις 22/10/1873, όταν οι αυτοκράτορες της Γερμανίας, της Αυστροουγγαρίας και της Ρωσσίας υπέγραψαν τον «Πρώτο Σύνδεσμο των Τριών Αυτοκρατόρων». Έτσι, ο Βίσμαρκ κατάφερε να απομονώσει την Γαλλία και να φέρει στο πλευρό του τις δυο άλλες μεγάλες δυνάμεις της Ευρώπης. Με δεδομένη την εχθρότητα ανάμεσα σε γάλλους και άγγλους, η Γαλλία βρέθηκε δίχως συμμάχους.

Σύντομα, όμως, ο τσάρος Αλέξανδρος Β’ τίναξε τον Σύνδεσμο στον αέρα, μιας κι έβλεπε ότι, μέσω αυτού, σύντομα η Γερμανία θα γινόταν παντοδύναμη και ανεξέλεγκτη. Τότε, το Βερολίνο στράφηκε προς την Βιέννη, με αποτέλεσμα την σύναψη της «Διπλής Συμμαχίας» στις 7/10/1879. Η «Διπλή Συμμαχία» είχε σαφή αντιρωσσικό χαρακτήρα, έστω κι αν αυτός ήταν μόνο αμυντικός (η μια χώρα θα βοηθούσε την άλλη σε περίπτωση ρωσσικής επιθέσεως αλλά όχι σε περίπτωση επιθέσεώς της κατά της Ρωσσίας). Προφανώς, επρόκειτο για έμμεση πίεση του Βίσμαρκ προς τον τσάρο, προκειμένου να επαναφέρει την Ρωσσία στο πλευρό του.

Πράγματι, ο τσάρος επανήλθε και στις 18/6/1881 υπεγράφη ο «Δεύτερος Σύνδεσμος των Τριών Αυτοκρατόρων». Μ’ αυτόν, ο μεν Βίσμαρκ εξασφάλιζε την ρωσσική ουδετερότητα σε περίπτωση γαλλογερμανικής σύρραξης, ο δε τσάρος εξασφάλιζε την μη ανάμειξη Γερμανίας και Αυστροουγγαρίας σε περίπτωση ρωσσοβρεττανικής σύρραξης, λίαν αναμενόμενης λόγω των εντάσεων στην ανατολική Μεσόγειο και νοτίως τού Καυκάσου. Το 1882, ο Βίσμαρκ ολοκλήρωσε το πλάνο του, επεκτείνοντας την «Διπλή Συμμαχία» σε «Τριπλή», με την προσθήκη τής Ιταλίας. Η «Τριπλή Συμμαχία» απετέλεσε την ρίζα που ένωσε τις «κεντρικές δυνάμεις» κατά τον Α’ Π.Π. αλλά και τον κορμό τού «Άξονα» κατά τον Β’ Π.Π.

Η βαλκανική κρίση τού 1885 οδήγησε στην κατάρρευση του «Δευτέρου Συνδέσμου» αλλά ο Βίσμαρκ κατάφερε να υπογράψει με τους ρώσσους την «Συνθήκη Αντασφαλίσεως»  της 18/6/1887, η οποία ήταν τριετούς διαρκείας και προέβλεπε την τήρηση ευμενούς ουδετερότητας σε περίπτωση που μια από τις δυο χώρες ερχόταν σε ρήξη με άλλη μεγάλη δύναμη. Όμως, στις 18/3/1890 ο Βίσμαρκ εξωθείται σε παραίτηση και ο διάδοχός του (ο Γκέοργκ Λέο φον Καπρίβι) αρνείται την ανανέωση της Συνθήκης Αντασφαλίσεως.

Χολωμένος ο τσάρος, στρέφεται προς την Γαλλία, η οποία αρπάζει την ευκαιρία. Το Παρίσι χρειάζεται την στήριξη των ρώσσων για την ανάκτηση της Αλσατίας και της Λορραίνης, ενώ η Μόσχα θέλει την συμπαράσταση των γάλλων στην προσπάθειά της να προσεταιριστεί τις σλαβόφωνες περιοχές των Βαλκανίων. Έτσι, στις 27/8/1891, οι δυο χώρες υπογράφουν συμφωνία συνεργασίας και στις 18/8/1892 στρατιωτική σύμβαση με σαφή αντιγερμανικό χαρακτήρα, ως αντιστάθμισμα στην Τριπλή Συμμαχία.

Τα πράγματα άρχισαν να σκουραίνουν για την Γερμανία ενώ μαύρισαν περισσότερο στις 31/8/1907, όταν βρεττανοί και ρώσσοι υπέγραψαν συμφωνία διευθέτησης των διαφορών τους στην κεντρική Ασία. Κι όταν στις 8/4/1908 Αγγλία και Γαλλία υπέγραψαν την περίφημη «Εγκάρδια Συνεννόηση», η οποία έβαζε τέλος σε μια εχθρότητα που βάσταξε σχεδόν χίλια χρόνια, η Γερμανία αισθάνθηκε απομονωμένη και περικυκλωμένη. Ό,τι ακολούθησε την δολοφονία τού αρχιδούκα Φερδινάνδου το 1914, δεν ήταν παρά το χρονικό ενός προαναγγελθέντος πολέμου.

Είναι σαφές ότι όλες οι συμφωνίες και συνθήκες που προαναφέραμε δεν υπογράφονταν με στόχο την διατήρηση της ειρήνης. Υπογράφονταν κάθε φορά επειδή εξυπηρετούσαν τα συμφέροντα των αρχουσών τάξεων κατά τις συγκεκριμένες χρονικές στιγμές. Έτσι γινόταν πάντοτε. Έτσι έγινε και με την Συνθήκη των Βερσαλλιών. Έτσι έγινε και με όλες τις διμερείς συμφωνίες που συνήφθησαν κατά τον μεσοπόλεμο. Αλλά θα συνεχίσουμε.

.

του Θοδωρή Αθανασιάδη | http://teddygr.blogspot.gr/2013/05/3.html

.

Σύμφωνο Μολότοφ-Ρίμπεντροπ – 2. Η ΕΣΣΔ σε κίνδυνο

Κι ενώ η δύση κοιμόταν τον ύπνο τού δικαίου, στην Μόσχα οι ανησυχίες εντείνονταν. Η ελπίδα ορισμένων αιθεροβαμόνων πως το γερμανικό προλεταριάτο θα επαναστατούσε κόντρα στην αυξανόμενη ισχύ τού φασισμού, απορριπτόταν ασυζητητί από τους θεωρητικούς αναλυτές τού μαρξισμού, οι οποίοι ήσαν πεπεισμένοι -ορθώς- πως, με δεδομένο ότι η σοσιαλδημοκρατία στήριζε τους ναζί, τα λαϊκά στρώματα όχι μόνο δεν θα επαναστατούσαν αλλά αντιθέτως θα συντάσσονταν με τον Χίτλερ.

Παράλληλα, ο δαιμόνιος Στάλιν με το επιτελείο του είχαν κάνει φύλλο και φτερό το ευαγγέλιο του χιτλερισμού, δηλαδή το διαβόητο βιβλίο τού Χίτλερ Ο Αγών μου (Mein Kampf), όπου τα σχέδια του φύρερ εξετίθεντο πεντακάθαρα και δεν επιδέχονταν αμφισβητήσεων, όσον αφορούσε τις προθέσεις τού Χίτλερ απέναντι στην Σοβιετική Ένωση: αυτά τα σχέδια μιλούσαν ευθέως για εξάλειψη της μαρξιστικής ιδεολογίας. Παράλληλα, ο Χίτλερ απέκλειε κάθε περίπτωση επέκτασης της Γερμανίας προς την Μεσόγειο ή και προς τις βόρειες ακτές τής Αφρικής, ενώ επικεντρωνόταν σε αυτό που ανέκαθεν εθεωρείτο ως ουσία των γερμανικών επιδιώξεων: το Drag nach Osten, δηλαδή την επέκταση προς ανατολάς, εις βάρος των σλαβικών λαών, ειδικότερα δε των ρώσσων και των ουκρανών.

Με σαφή την φιλοδοξία τού Χίτλερ να κερδίσει, για λογαριασμό της Γερμανίας εδάφη τής Σοβιετικής Ένωσης και όχι τμήματα των βρετανικών ή γαλλικών αποικιών, η κατάσταση ήταν επικίνδυνη για τους σοβιετικούς. Εξ άλλου, κατά τον Α’ Π.Π. οι γερμανοί είχαν νικήσει κατ’ επανάληψη τα τσαρικά στρατεύματα, αφήνοντας πικρές αναμνήσεις και αίσθηση ταπείνωσης στους ρώσσους. Κι αν στο μεταξύ η ΕΣΣΔ είχε ισχυροποιηθεί στρατιωτικά και αναπτυχθεί βιομηχανικά, είχε να σκέφτεται όχι μόνο τους γερμανούς αλλά και τους ιάπωνες, οι οποίοι την αψηφούσαν ευθέως στην ανατολή, καταλαμβάνοντας την Μαντζουρία.

Τότε ο Στάλιν συνέλαβε την ιδέα να προσεγγίσει όσες καπιταλιστικές χώρες μπορεί να αισθάνονταν ότι απειλούνταν από την ισχυροποίηση της Γερμανίας. Πρώτη του δουλειά ήταν να πλησιάσει τους γάλλους και να διερευνήσει τις προθέσεις τους σχετικά με την τήρηση της γαλλορωσσικής συμμαχίας, η οποία είχε συμφωνηθεί τόσο με την συμφωνία του 1891 όσο και με την στρατιωτική σύμβαση του 1892. Όμως, οι Γάλλοι (πιεζόμενοι ταυτόχρονα και από άλλες κυβερνήσεις, όπως είπαμε χτες) δεν είχαν καμιά διάθεση να καθίσουν στο ίδιο τραπέζι με τον Στάλιν. Έτσι, βρήκαν ως πρόφαση για να «στρίψουν α λα γαλλικά» το ότι η εν λόγω συμμαχία είχε γίνει με την Ρωσσία, η οποία δεν υπήρχε πλέον ως αυτόνομο κράτος. Κατά βάθος, όμως, είχαν στον νου τους δυο πράγματα: πρώτον, αισθάνονταν ασφαλείς έναντι του οποιουδήποτε γερμανικού κινδύνου, λόγω της περίφημης «Γραμμής Μαζινό» και, δεύτερον, ήσαν σίγουροι ότι ο Χίτλερ θα εκινείτο (αν κινείτο) προς ανατολάς, οπότε δεν είχαν κανένα λόγο να σπεύσουν σε βοήθεια των κομμουνιστών.

Επίσης, το καλοκαίρι του 1935 ο Στάλιν πέρασε προς όλα τα κομμουνιστικά κόμματα της δύσης (μέσω Κομιντέρν) την οδηγία να εγκαταλειφθεί η πολιτική σύγκρουσης με την σοσιαλδημοκρατία ή με άλλες αριστερές δυνάμεις και ταυτόχρονα να ενεργοποιηθούν διαδικασίες σύμπηξης Λαϊκών Μετώπων. Από πρώτη άποψη, η οδηγία δείχνει ως οπισθοχώρηση της επαναστατικής διαδικασίας. Όμως, η ιδέα τού Στάλιν ήταν να αποφευχθεί με κάθε τρόπο στην Ευρώπη  η εδραίωση αντικομουνιστικών ή φιλοφασιστικών κυβερνήσεων (πιθανών μελλοντικών συμμάχων τού Χίτλερ) και, παράλληλα, να προωθηθεί η άνοδος στην εξουσία κάποιων δυνάμεων που θα ήσαν διατεθειμένες να συμμαχήσουν με την ΕΣΣΔ.

Στο μεταξύ, η σοβιετική διπλωματία είχε καταφέρει να γίνει δεκτή η χώρα στην Κοινωνία των Εθνών (τον πρόδρομο του σημερινού ΟΗΕ) το 1934, αλλά από το σημείο αυτό μέχρι το να θεωρηθούν οι κομμουνιστές ως επιθυμητοί σύμμαχοι η απόσταση ήταν αβυσσαλέα. Η δύση δεν καλόβλεπε την αύξηση των σοβιετικών εξοπλιστικών προγραμμάτων, φοβούμενη πως ο Στάλιν δεν θα χρησιμοποιούσε τα όπλα του μόνο κατά της Γερμανίας.

Έτσι, η προσπάθεια του Στάλιν να ξυπνήσει τους μακαρίως κοιμωμένους ευρωπαίους έπεσε στο κενό. Οι νικητές τού Α’ Π.Π. δεν πήραν χαμπάρι τον κίνδυνο ούτε όταν η Ιαπωνία χτύπησε την Μαντζουρία στις 19/9/1931, ούτε όταν η Ιταλία εισέβαλε στην Αιθιοπία στις 25/11/1935, ούτε όταν η Γερμανία με την Ιαπωνία υπέγραψαν στις 25/11/1936 σύμφωνο στρατιωτικής συνεργασίας κατά των χωρών-μελών της Κομμουνιστικής Διεθνούς (το γνωστό ως «Σύμφωνο Αντικομιντέρν»), το οποίο συνιστούσε απροκάλυπτη παραβίαση των όρων τής Συνθήκης των Βερσαλλιών. Όσο εκτιμούσαν πως η Γερμανία δεν συνιστούσε κίνδυνο παρά μόνο για την ΕΣΣΔ, όλα ήταν καλά.

Λένε πως ο Χίτλερ παραβίασε κατάφωρα την Συνθήκη των Βερσαλλιών και κακώς οι σύμμαχοι της πρώην Αντάντ δεν αντέδρασαν. Λάθος. Η Συνθήκη των Βερσαλλιών παραβιάστηκε με τις ευλογίες των συμμάχων, για να μη πούμε ότι παραβιάστηκε πρώτα απ’ αυτούς. Στην ουσία, ο Χίτλερ δεν παραβίασε παρά μόνο…ανοιχτές πόρτες.

Στο επόμενο σημείωμα θα επιχειρήσουμε μια σύντομη παρουσίαση του διπλωματικού πλέγματος από τα τέλη του 19ου αιώνα έως την άνοδο των ναζί στην εξουσία. Έτσι, θα καταλάβουμε καλύτερα το πώς παίχτηκε το παιχνίδι την περίοδο 1933-1939 αλλά θα έχουμε και την ευκαιρία να πούμε περισσότερα για την γαλλορωσσική συμμαχία, ικανοποιώντας όσους θα ήθελαν περισσότερα στοιχεία γι’ αυτήν (σημειώστε ότι θα δυσκολευτείτε να βρείτε ιστορικό βιβλίο που να εγκαλεί τους γάλλους για την αδρανοποίηση αυτής της συμφωνίας).

.

του Θοδωρή Αθανασιάδη | http://teddygr.blogspot.gr/2013/05/2.html

.

Σύμφωνο Μολότοφ-Ρίμπεντροπ 1. Οι τυφλοί νικητές

Η χτεσινή επέτειος της ήττας του φασισμού φαίνεται πως έκατσε βαριά στο στομάχι των σύγχρονων φασιστοειδών. Αφού ανακάλυψαν «ρετουσάρισμα» στην φωτογραφία όπου ο σοβιετικός στρατιώτης καρφώνει την σημαία με το σφυροδρέπανο στην οροφή τού Ράιχσταγκ (την δημοσιεύσαμε κι εδώ, στο χτεσινό μας κείμενο), ξαναθυμήθηκαν το «γερμανοσοβιετικό σύμφωνο μη επίθεσης», το γνωστό «Σύμφωνο Μολότοφ-Ρίμπεντροπ». Επειδή, όμως, η Ιστορία δεν γράφεται ούτε αποσπασματικά ούτε με αφορισμούς, ας δούμε με ψυχραιμία τι σόι πράμα είναι αυτό το σύμφωνο και πώς φτάσαμε σε δαύτο.

Ένας από τους όρους της Συνθήκης των Βερσαλλιών περιόριζε το μέγεθος του γερμανικού στρατού (την Ράιχσβερ) σε 100.000 άνδρες. Η Ράιχσβερ απαγορευόταν να διαθέτει αεροπλάνα, τανκς, βαρύ πυροβολικό, ακόμη και γενικό επιτελείο. Επίσης, απαγορευόταν η υποχρεωτική θητεία, οπότε αυτή η μικρή δύναμη θα έπρεπε να αποτελείτο από μισθοφόρους. Αυτός ο περιορισμός θα στερούσε τον γερμανικό στρατό από εφεδρείες, οι οποίες είναι πλήρως απαραίτητες σε περίπτωση πολέμου.

Τα παραπάνω μειονεκτήματα όξυναν την επινοητικότητα των γερμανών στρατιωτικών. Έχοντας περιθώρια επιλογών, λόγω του μικρού αριθμού, η ηγεσία τής Ράιχσβερ επέλεξε τα καλύτερα στοιχεία του παλαιού στρατού, τα εμπειρότερα στελέχη και τα πιο κοφτερά μυαλά. Ανάμεσά τους, για παράδειγμα, ήταν ο Χάιντς Γκουντέριαν, ο κορυφαίος θεωρητικός του μηχανοκίνητου πολέμου. Ήταν, ακόμη, ο Κουρτ Στούντεντ, ο οποίος έθεσε τις βάσεις του περίφημου σώματος των αλεξιπτωτιστών, παρ’ ότι δεν διέθετε αεροπλάνα. Ήταν και ο Βάλτερ Ντόρνμπεργκερ, ο οποίος διέβλεψε μια «τρύπα» στην Συνθήκη των Βερσαλλιών: αφού κατά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο δεν είχαν χρησιμοποιηθεί ρουκέτες, δεν προβλεπόταν απαγόρευση χρήσης τους από την Ράιχσβερ.

Κάπως έτσι, όταν ο Χίτλερ ανέβηκε στην εξουσία το 1933, βρήκε έναν μικρό μεν άριστα οργανωμένο και αποτελεσματικό δε στρατό. Λίγες μέρες αργότερα, μάζεψε τους διοικητές τής Ράιχσβερ και τους ανακοίνωσε την απόφασή του να ξεκινήσει ο επανεξοπλισμός της χώρας. Στην αρχή, όλα γίνονταν με άκρα μυστικότητα αλλά σύντομα ο Χίτλερ έγραψε την Συνθήκη των Βερσαλλιών στα παλιά του τα παπούτσια. Ο αριθμός των στρατιωτών άρχισε να αυξάνει ταχύτατα και οι παραγγελίες όπλων στο εξωτερικό δίνονταν μαζικά και απροκάλυπτα.

Φυσικά, όλα αυτά δεν ήταν δυνατόν να περάσουν απαρατήρητα από τις ξένες κυβερνήσεις. Κι ενώ οι δυνάμεις της πρώην Αντάντ θα μπορούσαν να επέμβουν αμέσως και να βάλουν τα πράγματα στην θέση τους, ουδέν έπραξαν. Καθεμιά για τους δικούς της λόγους:

– Η Πολωνία, η οποία θα έπρεπε να φοβάται περισσότερο αφού η «Δημοκρατία τής Βαϊμάρης» ουδέποτε αναγνώρισε τα γερμανοπολωνικά σύνορα που χάραξε η Συνθήκη των Βερσαλλιών, βολεύτηκε υπογράφοντας το 1934 με τον Χίτλερ ένα σύμφωνο μη επίθεσης. Έτσι, ξεφορτώθηκε τον Στάλιν, ο οποίος είχε προτείνει στους πολωνούς ένα σύμφωνο βοήθειας, σε περίπτωση που η Πολωνία δεχόταν επίθεση από τους ναζί.

– Η Γαλλία, με νωπές τις πληγές τού Α’ Π.Π., δεν είχε όρεξη για καινούργιες σκοτούρες. Αντί να τραβήξει το αφτί τού Χίτλερ, προτίμησε να ολοκληρώσει την περίφημη Γραμμή Μαζινό (η οποία υποτίθεται ότι ήταν απαραβίαστη). Βέβαια, εξακολουθούσε να ισχύει το -πριν το Α’ Π.Π. φτιαγμένο- Γαλλορωσσικό Σύμφωνο, το οποίο προέβλεπε αμοιβαία βοήθεια σε περίπτωση που μια από τις δυο χώρες προσβαλλόταν από την Γερμανία. Όμως, εκείνο το Σύμφωνο είχε υπογραφεί από τον τσάρο. Έτσι, τόσο η γαλλική αστική τάξη όσο και αρκετές ξένες κυβερνήσεις (Βρετανία, Ρουμανία, Πολωνία κλπ), οι οποίες δεν ήθελαν με τίποτε τον Στάλιν ως σύμμαχο, φρόντισαν να το αδρανοποιήσουν.

– Η Βρετανία, πιστή στο δόγμα «διαίρει και βασίλευε», ανησυχούσε για τις ηγεμονικές τάσεις που έδειξε η Γαλλία μετά τον Α’ Π.Π. και προτίμησε την πολιτική τής «ισορροπίας δυνάμεων» (balance of power): μια ισχυροποιημένη Γερμανία θα σήμαινε ταυτόχρονη εξασθένηση της γαλλικής ισχύος. Δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι ανάμεσα στα μέλη της βρετανικής άρχουσας τάξης κέρδιζε συνεχώς έδαφος η ιδέα να ανακάμψει στρατιωτικά η Γερμανία ώστε να εναντιωθεί στους γάλλους. Έτσι, οι βρετανοί δεν δίστασαν να παραβιάσουν την Συνθήκη των Βερσαλλιών, συνάπτοντας διμερή συμφωνία με το Γ’ Ράιχ! Η συμφωνία υπεγράφη τον Ιούνιο του 1935 και επέτρεπε στους γερμανούς να αυξήσουν το μέγεθος του στόλου τους, με μόνη δέσμευση να μη ξεπεράσουν το μέγεθος το οποίο οι βρετανοί θα εκτιμούσαν πως απειλούσε την υπεροχή τού δικού τους στόλου.

Κάπως έτσι, λοιπόν, οι νικητές τού Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, μέσα από τα παραμορφωτικά αστικά τους γυαλιά, δεν κατάφεραν να δουν εγκαίρως τον κίνδυνο που σήμαινε για τον ελεύθερο κόσμο η στρατιωτική ενίσχυση του Χίτλερ. Αλλά τί γινόταν με την Σοβιετική Ένωση; Θα το δούμε αύριο.

.

του Θοδωρή Αθανασιάδη | http://teddygr.blogspot.gr/2013/05/1.html

.

Η κυρία Σούλα και το ΝΑΤΟ

του Θοδωρή Αθανασιάδη | Cogito ergo sum

Πριν κάμποσες βδομάδες το πανελλήνιο γέλασε, όταν ο Οίκος Εποχής «Σούλα» έγινε χορηγός της ομάδας «Βουκεφάλας» τής Λάρισας. Βλέπετε, ο εν λόγω «Οίκος Εποχής» δεν είναι παρά αυτό που λέμε «οίκος ανοχής», κοινώς μπορντέλλο. Τί να κάνουν, όμως, τα παιδιά τού «Βουκεφάλα»; Πού να βρουν λεφτά για φανέλλες και σωβρακάκια, λεφτά για φόρμες, λεφτά για μπάλλες κλπ; Στην απελπισία τους, χτύπησαν την πόρτα τής κυρίας Σούλας. Και η κυρία Σούλα «έτεινεν ευήκοον ους». Κοινώς, τους άκουσε με κατανόηση κι αποφάσισε να βάλει το χέρι στην τσέπη. Και νά λεφτά για στολές…και νά λεφτά για μπάλλες…και νά λεφτά τσιρότα και ιώδιο…και, γενικά, νά λεφτά για όσα χρειάζεται μια ομαδούλα προκειμένου να παίξει ποδόσφαιρο. Και νά γέλια το πανελλήνιο, δίχως να μπορώ να καταλάβω προς τί τα γέλια.

Πριν λίγες μέρες, το πανελλήνιο ανατρίχιασε, όταν ο ίδιος «Οίκος Εποχής» αποφάσισε να γίνει χορηγός ενός δημοτικού σχολείου τής Πάτρας. Είδε κι απόειδε ο σύλλογος γονέων και κηδεμόνων τού σχολείου, πήρε χαμπάρι ότι στην Ελλάδα των μνημονίων δεν υπάρχει σέντσι διαθέσιμο για «δωρεάν» παιδεία κι αποφάσισε να απευθυνθεί στην καλόκαρδη κυρία Σούλα, προκειμένου να αποκτήσει το σχολείο ένα ρημαδοφωτοτυπικό και μια ρημαδοβιβλιοθήκη. Έτσι, λοιπόν, εκεί που το γαμημένο το κράτος κωφεύει, ο γαμηστρώνας τής Σούλας έδειξε κατανόηση και δώρισε στο σχολείο 3.000 ευρώ για να αγοραστούν φωτοτυπικό και βιβλιοθήκη.

Συνέχεια