Σύμφωνο Μολότοφ-Ρίμπεντροπ – 13. Σύνορα της πλάκας

Με όσα έχουμε πει ίσαμε τώρα αλλά και με όσα θα προσθέσουμε σήμερα, ακόμη και ο πλέον ανυποψίαστος αναγνώστης πρέπει να καταλαβαίνει πόσα λάθη έγιναν κατά την σύναψη των συνθηκών με τις οποίες τερματίστηκε ο Α’ Π.Π. Οι πιο προχωρημένοι ιστορικοί αναλυτές δεν κάνουν καν λόγο για δυο παγκόσμιους πολέμους και, βεβαίως, δεν αναφέρονται σε «μεσοπόλεμο». Γι’ αυτούς υπάρχει μόνο «Παγκόσμιος Πόλεμος, 1914-1945», ενώ ο μεσοπόλεμος δεν ήταν παρά μια ανακωχή.

Μερικά από τα τεράστια λάθη έχουν να κάνουν με όσα ανέφερε ο Κέυνς (βλ. «…- 4. Οι συνθήκες του Α’ Π.Π.»), αναφερόμενος στην εξαθλίωση που επιφύλαξαν οι νικητές για τους ηττημένους. Στο σημερινό μας σημείωμα θα αναφερθούμε σε μια άλλη κατηγορία εγκληματικών λαθών: στην ανάδειξη των «διάδοχων κρατών» και στην χάραξη των νέων συνόρων. Ας επαναλάβουμε, λοιπόν, όσα έχουμε ήδη θίξει σχετικά κι ας τα συμπληρώσουμε.

Είδαμε την ταπείνωση που υπέστη η Γερμανία με την αποκοπή των δυτικών-νοτιοδυτικών περιοχών της και το πώς ο Χίτλερ ανακατέλαβε την Ρηνανία. Όμως, μεγαλύτερη ταπείνωση για τους γερμανούς ήταν ο διαχωρισμός της Ανατολικής Πρωσσίας από το υπόλοιπο Ράιχ, με την χάραξη του «πολωνικού διαδρόμου» (ή «διαδρόμου Ντάντσυχ»), μέσω του οποίου δινόταν στην νεοσύστατη Πολωνία διέξοδος στην Βαλτική. Όμως, εκτός από την περιοχή τού Ντάντσυχ, οι σύμμαχοι «έκλεβαν» άλλο ένα σημαντικό τμήμα τής Ανατολικής Πρωσσίας: την βορειοανατολικώτερη επαρχία της, την οποία οι γερμανοί αποκαλούσαν Memelland και είχε πρωτεύουσα το Μέμελ.

Υποτίθεται ότι η Μεμελάνδη θα έμενε υπό την διοίκηση της Κοινωνίας των Εθνών. Όμως, όταν το 1923 η Λιθουανία εισέβαλε στην περιοχή, η ΚτΕ δεν έκανε τίποτε περισσότερο από το να αναγνωρίσει το γεγονός ως τετελεσμένο! Οι λιθουανοί προχώρησαν σ’ αυτή την «μαγκιά» για να τονώσουν την εθνική τους περηφάνια, η οποία είχε τρωθεί ταπεινωτικά όταν το 1920 η Πολωνία κατέλαβε το Βίλνιους, την ιστορική πρωτεύουσά τους. Μη μπορώντας να τα βάλουν με τους πολωνούς, οι λιθουανοί τα έβαλαν με την Κοινωνία των Εθνών!

Δυστυχώς γι’ αυτούς, όμως, η προσπάθεια εκλιθουανισμού τού αμιγώς γερμανικού πληθυσμού τού Μέμελ απέτυχε. Κι όταν ο Χίτλερ ανέβηκε στην εξουσία, οι κάτοικοι της περιοχής ξεσηκώθηκαν κι άρχισαν να ζητούν με ενθουσιασμό την επανένταξή τους στο Ράιχ. Φυσικά, τόσο το ¨Ανσλους όσο και η προσάρτηση της Σουδητίας αποτελούσαν σαφή ένδειξη ότι είχε φτάσει η σειρά τους. Πράγματι, τον Οκτώβριο του 1938 ο Χίτλερ ανέθεσε στο πολεμικό του ναυτικό να προετοιμάσει την επέμβαση σε Ντάντσυχ και Μέμελ με την πρώτη ευκαιρία. Ο γερμανός δικτάτορας ήταν σίγουρος ότι σύντομα η Πολωνία θα του έδινε την αφορμή. Πού στήριζε την σιγουριά του αυτή ο φύρερ;

Αμέσως μετά το Άνσλους, η πλειοψηφία των πολωνών ηγετών επανέφεραν στο τραπέζι ένα από τα παλιά όνειρα του πολωνικού εθνικισμού: την προσάρτηση της Λιθουανίας στην Πολωνία, ώστε να αναβιώσει η «Μεγάλη Πολωνία», η οποία κατά τον Μεσαίωνα εκτεινόταν από την Βαλτική ως τον Εύξεινο Πόντο. Μόλις οι γερμανοί μπήκαν στην Πράγα, οι πολωνοί ξεψάρωσαν και δυο μέρες αργότερα (17/3/1939) επέδωσαν τελεσίγραφο στην Λιθουανία, η οποία έπρεπε να αναγνωρίσει το στάτους κβο στο Βίλνιους, να ανοίξει τα σύνορα (ήταν κλειστά από το 1922) και να δεχτεί την ανταλλαγή πρεσβευτών. Μέσα σε 48 ώρες, οι αδύναμοι λιθουανοί δέχτηκαν όλες τις απαιτήσεις των γειτόνων τους.

Για τον συνταγματάρχη Μπεκ, τον πολωνό υπουργό εξωτερικών, ήταν ένας θρίαμβος. Ο Μπεκ πίστευε ότι, αφού η Γερμανία μπορούσε να προσαρτήσει την Αυστρία, γιατί να μη μπορεί να κάνει το ίδιο και η Πολωνία με την Λιθουανία; Μόνο που ο Μπεκ παρέβλεψε κάτι σημαντικό: ανάμεσα στα δυο κακά (Γερμανία-Πολωνία), οι λιθουανοί φοβόντουσαν κυρίως την Πολωνία, η οποία ήθελε να τους απορροφήσει τελείως. Στο κάτω-κάτω, οι γερμανοί διεκδικούσαν μόνο το Μέμελ. Οπότε, τί θα έκανε ο πολωνός συνταγματάρχης αν έμπαινε κι ο Χίτλερ στο παιχνίδι;

Και σιγά που δεν θα έμπαινε! Στις 17 Μαρτίου επιδόθηκε το πολωνικό τελεσίγραφο και στις 19 το έκαναν δεκτό οι λιθουανοί; Ε, λοιπόν, στις 20 του μηνός, το Ράιχ απαίτησε από την Λιθουανία την παράδοση του Μέμελ! Ανακουφισμένοι οι λιθουανοί δέχτηκαν αμέσως. Στις 23, γερμανικά πολεμικά πλοία αποβίβασαν τα πληρώματά τους στο Μέμελ και, λίγο αργότερα, επισκέφθηκε την πόλη ο ίδιος ο Χίτλερ, εν μέσω πανηγυρισμών. Με έναν ακόμη Blumenkreige (λουλουδοπόλεμο), ο γερμανός δικτάτορας εδραίωνε ακόμη περισσότερο την θέση του ως φύρερ. Βέβαια, τότε δεν ήξερε ότι αυτός ήταν ο τελευταίος του λουλουδοπόλεμος αλλά αυτό είναι άλλη συζήτηση…

Η διάλυση της Τσεχοσλοβακίας έφερε στον Χίτλερ δυο καινούργιους συμμάχους. Ο ένας ήταν η Σλοβακία, η οποία είχε προβλήματα με την Ουγγαρία. Τώρα που είχε εκλείψει ο τσεχικός κίνδυνος, οι σλοβάκοι φοβόντουσαν μόνο τους ούγγρους, που επέμεναν να αποκαλούν την χώρα τους «Άνω Ουγγαρία». Για να επιβιώσουν οι σλοβάκοι, είχαν απόλυτη ανάγκη την στήριξη της Γερμανίας.

Ο δεύτερος καινούργιος σύμμαχος του Ράιχ ήταν η…Ουγγαρία! Παρ’ ότι ο Χίτλερ τούς έκοψε τον βήχα με την Σλοβακία, ήταν αυτός που μπήκε στην μέση για να «καθαρίσει» τους ουκρανούς αυτονομιστές τής Ρουθηνίας, αποδίδοντας την περιοχή στους ούγγρους. Μεριά η Ρουθηνία, λοιπόν… μεριά η νότια περιοχή τής Σλοβακίας, όπου έμεναν μαγυάροι… ε, ας μην είμαστε και πλεονέκτες, έτσι; Στο κάτω-κάτω, αν ο Χίτλερ δεν διέλυε την Τσεχοσλοβακία, τί θα έπαιρνε η Ουγγαρία;

Με τα τούτα και με τα κείνα τού Χίτλερ, άνοιξε η όρεξη και του Μουσσολίνι! Αφού το «συνεταιράκι» έκανε παιχνίδι στον βορρά, ο Μπενίτο θα μπορούσε να παίξει στον νότο. Κι αν δυτικά η Γαλλία δεν προσφερόταν για πολλά-πολλά, ανατολικά υπήρχε η Αλβανία (άλλο «διάδοχο κράτος» κι αυτή) που έμοιαζε μπουκιά κατάλληλη για την μασέλα τού ιταλού δικτάτορα.

Καθώς η νεοσύστατη Αλβανία ένοιωθε απειλητικές τις πιέσεις των γειτόνων της (εδώ είναι Βαλκάνια, δεν είναι παίξε-γέλασε…), αναζητούσε έναν ισχυρό προστάτη, ο οποίος θα την βοηθούσε να επιβιώσει. Από τα μέσα της δεκαετίας του ’20, τον ρόλο του προστάτη τον είχε αναλάβει η Ιταλία. Όμως, οι όλο και περισσότερες απαιτήσεις του φασιστικού καθεστώτος είχαν αρχίσει να προκαλούν αντιδράσεις από τους αλβανούς. Ο Μουσσολίνι ενοχλήθηκε από τις αλβανικές «μαγκιές» και αποφάσισε να προχωρήσει στην κατάληψη της χώρας, προκειμένου να την προσαρτήσει στην «Νέα Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία» που ονειρευόταν να δημιουργήσει (φυσικά, με τον ίδιο στην θέση τού Καίσαρα).

Και καθώς ο Χίτλερ ήταν απασχολημένος με την Πολωνία και την Ανατολική Πρωσσία, στις 7 Απριλίου 1939 ο ιταλικός στρατός αποβιβάστηκε στην Αλβανία, την οποία κατέλαβε σε λίγες ώρες, δίχως να συναντήσει σοβαρή αντίσταση. Ο δικτατορίσκος βασιλιάς Αχμέτ Ζόγου διέφυγε στο εξωτερικό και ο Βίκτωρ Εμμανουήλ, ο βασιλιάς της Ιταλίας, στέφθηκε και βασιλιάς της Αλβανίας (όπως είχε στεφθεί πριν λίγα χρόνια και αυτοκράτορας της Αιθιοπίας). Επισήμως, η Αλβανία συνέχισε να υπάρχει ως κράτος εφ’ όσον ο Μουσσολίνι δεν την προσάρτησε τελικώς στην Ιταλία, αλλά υπό την ασφυκτική φασιστική διοίκηση δεν ήταν παρά ένα προτεκτοράτο, δίχως περιθώριο οποιασδήποτε αυτόνομης παρουσίας.

Για τους «δημοκράτες» τής δύσης, όλη αυτή η εκτράχυνση του φασισμού δεν σήμαινε τίποτε. Συνθήκες παραβιάζονταν, κράτη διαλύονταν και κάθε έννοια δικαίου και δημοκρατίας ξεσκιζόταν αλλά κανένας από τους «θεματοφύλακες της ειρήνης», άγγλους γάλλους ή πολιτειακούς, δεν έβλεπε κάτι κακό σ’ όλα τούτα. Όσο ο φασισμός σεβόταν τα αλισβερίσια του με την δύση κι όσο υπηρετούσε πιστά την αντιμαρξιστική του αποστολή, δεν υπήρχε λόγος να του εναντιωθεί κανείς…

Λίγο πιο πάνω απεκάλεσα «συνεταιράκια» τον Μουσσολίνι και τον Χίτλερ. Ο «συνεταιρισμός» τους έχει νομιμοποιηθεί με την ιταλογερμανική συμφωνία τής 25/10/1936, η οποία είχε ως θέμα της τον διαχωρισμό των σφαιρών οικονομικής επιρροής των δυο χωρών τόσο στα Βαλκάνια όσο και στις παραδουνάβιες χώρες και η οποία απετέλεσε την ιδρυτική πράξη τού Άξονα Ρώμης-Βερολίνου. Αυτός ο «συνεταιρισμός» θα επιβεβαιωνόταν και θα διευρυνόταν στις 21 Μαΐου 1939, με την υπογραφή τής «Χαλύβδινης Συμφωνίας», για την οποία θα μιλήσουμε στο επόμενο σημείωμα.

.

του Θοδωρή Αθανασιάδη | http://teddygr.blogspot.gr/2013/05/13.html

.

Σύμφωνο Μολότοφ-Ρίμπεντροπ – 12. Η διάλυση της Τσεχοσλοβακίας

Αφήσαμε χτες Τσάμπερλαιν και Νταλαντιέ να ξύνουν τις κούτρες τους προκειμένου να βρουν λύση στο τσεχοσλοβακικό πρόβλημα δίχως να γίνει πόλεμος. Κι η λύση φάνηκε καθαρά, μόλις οι δυο ηγέτες έκαναν έναν απλούστατο συλλογισμό: Όταν εμείς, το 1919, ανάβαμε πράσινο φως για την δημιουργία τής Τσεχοσλοβακίας, το κάναμε με την σκέψη πως κάποτε ο τσεχοσλοβακικός στρατός θα μπορούσε να αποδειχθεί πολύτιμος σύμμαχος. Σήμερα, ο Μπένες πάει να γυρίσει τα πράγματα ανάποδα και μας παρασύρει σε πόλεμο προκειμένου να διατηρήσει την χώρα του άθικτη. Όμως, αφού εμείς ήμασταν που φτιάξαμε αυτή την χώρα, εμείς είμαστε και οι μόνοι που μπορούμε να αποφασίσουμε για τα σημερινά ή τα αυριανά της σύνορα.

Έτσι, λοιπόν, ο Τσάμπερλαιν συνέστησε επιτροπή, η οποία μελέτησε το σουδητικό πρόβλημα και σύστησε στην Πράγα να ικανοποιήσει τα αιτήματα της γερμανικής μειονότητας. Ο ίδιος ο βρετανός πρωθυπουργός ταξίδεψε δυο φορές στο Βερολίνο (15 και 22 Σεπτεμβρίου) με σκοπό να μεταπείσει τον Χίτλερ. Εις μάτην. Ο Χίτλερ είχε καπριτσώσει… ο Μπένες ούτε ν’ ακούσει για υποχώρηση… κι από δίπλα ούγγροι και πολωνοί να αβαντάρουν την Γερμανία, προσδοκώντας ν’ αρπάξουν κι αυτοί το μερίδιό τους από την διαφαινόμενη διάλυση της Τσεχοσλοβακίας. Κι ενώ η 1η Οκτωβρίου (η προαναγγελμένη ημέρα της γερμανικής εισβολής) πλησίαζε και ο πόλεμος έδειχνε αναπόφευκτος, η λύση δόθηκε από τον… Μουσολίνι!

Ως από μηχανής θεός, ο ιταλός δικτάτορας πήρε την πρωτοβουλία να συγκαλέσει συνάντηση κορυφής στο Μόναχο, στις 29 Σεπτεμβρίου 1938, δηλαδή μόλις 48 ώρες πριν την έναρξη του πολέμου. Αλήθεια, τί δουλειά είχε ο Μουσολίνι να παραστήσει τον μεσάζοντα, έναν ρόλο που έτσι κι αλλιώς ούτε του πήγαινε ούτε τον ξανάπαιξε ποτέ στην ζωή του; Από πού κι ως πού ο φασίστας δικτάτορας της Ιταλίας αναγορεύθηκε -με τις ευλογίες των «δημοκρατών» της δύσης- σε διαιτητή τής… ειρήνης; Πώς «ξεχάστηκε» το γεγονός ότι από τον Δεκέμβριο τού 1937 η Ιταλία έχει αποχωρήσει από την Κοινωνία των Εθνών; Πώς και δεν υπολογίστηκε ότι δεν έχουν περάσει ούτε 3 χρόνια από τον Οκτώβριο του 1935, όταν οι ιταλοί κυρίευαν την Αβησσυνία; Και με ποια ιδιότητα θα συμμετείχε η Ιταλία σε διαπραγματεύσεις για την τύχη της Τσεχοσλοβακίας; Σύμφωνα με τις σημερινές, ψύχραιμες εκτιμήσεις των ιστορικών αναλυτών, ο Μουσολίνι επιστρατεύτηκε από τους ενδιαφερόμενους (Χίτλερ, Τσάμπερλαιν και Νταλαντιέ), ώστε κανείς απ’ αυτούς να μη χρεωθεί την «ρετσινιά» τού υποχωρητικού ή του συρόμενου σε διαπραγματεύσεις.

Λεπτομέρεια με σημασία: Οι προτάσεις που υποτίθεται πως παρουσίασε ο Μουσολίνι, είχαν συνταχθεί από το επιτελείο τού Χίτλερ. Πώς πάει η σειρά, δηλαδή; 15/9 πάει ο Τσάμπερλαιν στο Βερολίνο, 22/9 ξαναπάει ο Τσάμπερλαιν στο Βερολίνο, 29/9 έχει ο Μουσολίνι προτάσεις ετοιμασμένες από τους γερμανούς… Μάλιστα.

Σ’ εκείνη την συνάντηση δεν κλήθηκε να πάρει μέρος ο Μπένες! Αγγλία, Γαλλία, Γερμανία και Ιταλία θα αποφάσιζαν για την τύχη της Τσεχοσλοβακίας αλλά δεν κρίθηκε αναγκαίο να προσκληθεί στις συζητήσεις ο πρωθυπουργός της υπό διάλυση χώρας! Τελικά, η Συμφωνία του Μονάχου αποφάσισε: η Τσεχοσλοβακία έπρεπε να παραδώσει την Σουδητία στο Γ’ Ράιχ και ταυτόχρονα έπρεπε να βρεί λύση στις διαφορές της με Πολωνία και Ουγγαρία. Τότε μόνο κλήθηκε ο Μπένες να προσυπογράψει το τελικό πόρισμα. Μη αντέχοντας τέτοια προσβολή, ο Μπένες παραιτήθηκε και στην θέση του πήγε ένα ανδρείκελο, του οποίου το όνομα έχει γίνει καλαμπούρι μέχρι σήμερα. Τον έλεγαν Χάχα…

Σύμφωνα με τους όρους τής Συμφωνίας του Μονάχου, ο τσεχοσλοβακικός στρατός θα έπρεπε να αποσυρθεί μέσα σε δέκα μέρες από τα υπό παραχώρηση εδάφη. Καθώς, λοιπόν, τα κυβερνητικά στρατεύματα εγκατέλειπαν την μια περιοχή μετά την άλλη, οι γερμανοί στρατιώτες που έπαιρναν την θέση τους γίνονταν δεκτοί με λουλούδια και ζητωκραυγές. Όπως ακριβώς έγιναν δεκτοί οι πολωνοί στρατιώτες στο Τέσσεν και οι ούγγροι στην νότια Σλοβακία.

 Όλοι -πλην τσέχων- ήσαν ευτυχείς. Ο Χίτλερ κέρδισε άλλον έναν «λουλουδοπόλεμο», δίχως ν’ ανοίξει ρουθούνι, ούγγροι και πολωνοί βολεύτηκαν (αν κι οι δυο θα ήθελαν κάτι παραπάνω απ’ όσα πήραν) κι οι αγγλογάλλοι απέφυγαν έναν πόλεμο. Εκείνοι που δεν ικανοποιήθηκαν ήσαν οι σλοβάκοι εθνικιστές, οι οποίοι συνέχισαν να πιέζουν για να αποκτήσουν κι αυτοί την ανεξαρτησία τους, με επί κεφαλής τον επίσκοπο Τίσο. Για να καταπνίξει την αντίσταση, ο τσεχικός στρατός κατέλαβε την Μπρατισλάβα στις 10 Μαρτίου 1939. Ο Τίσο διέφυγε στην Γερμανία, όπου -με την παρότρυνση των ναζί- κήρυξε την ανεξαρτησία της Σλοβακίας.

Τότε ο Χίτλερ έκανε την κίνηση ματ: κάλεσε στο Βερολίνο τον Χάχα για να υπογράψει διακήρυξη με την οποία ζητούσε γερμανική προστασία στην Βοημία και την Μοραβία! Η υπογραφή τού Χάχα μπήκε το πρωί της 14ης Μαρτίου και το απόγευμα της ίδιας μέρας τα γερμανικά στρατεύματα μπήκαν στην Μοραβία. Ξημερώματα της 15ης Μαρτίου, οι γερμανικές δυνάμεις έμπαιναν στην χώρα από παντού. Πριν ξυπνήσουν οι τσέχοι, τα πάντσερ είχαν καταλάβει την Πράγα. Και πάλι δίχως να πέσει έστω ένας πυροβολισμός.

Ο Χίτλερ είχε κάθε λόγο να είναι ευτυχής. Με αποκλειστικό όπλο την διπλωματία, κατάφερε: (α) με την προσάρτηση της Αυστρίας και της Σουδητίας, να προσθέσει 10 εκατομμύρια υπηκόους και να ενισχύσει την στρατολογική δεξαμενή του, (β) να εξαφανίσει τον τσεχικό στρατό, έναν από τους πλέον υπολογίσιμους πολεμικούς αντιπάλους του και, ταυτόχρονα, να αποκτήσει τον οπλισμό του μέσω του οποίου εξόπλισε τις δικές του δυνάμεις, (γ) να αναλάβει τον έλεγχο του προτεκτοράτου Βοημίας-Μοραβίας, ιδιοποιούμενος την ισχυρή εξοπλιστική βιομηχανία που υπήρχε εκεί, (δ) να «ταπώσει» μια για πάντα τους εσωκομματικούς του αντιπάλους, αναδεικνυόμενος σε αδιαμφισβήτητο Φύρερ και (ε) να αναγκάσει την δύση να υποκλιθεί στην ευφυΐα του.

Από την πλευρά τους, άγγλοι και γάλλοι αποδέχτηκαν μοιρολατρικά την δημιουργία του γερμανικού προτεκτοράτου Βοημίας-Μοραβίας, παρ’ ότι η γερμανική εισβολή στην Τσεχία αποτελούσε κατάφωρη παραβίαση της Συμφωνίας του Μονάχου. Τσάμπερλαιν και Νταλαντιέ αναλώθηκαν σε υποκριτικούς πανηγυρισμούς για την διατήρηση της ειρήνης. Προφανώς, οι «φωτισμένοι ηγέτες» δεν έβλεπαν την τύφλα τους…

 

Τσεχοσλοβακία 1938

Η διάλυση της Τσεχοσλοβακίας

1: Εδάφη προσαρτηθέντα στο Γ’ Ράιχ (Σουδητία)

2 – 2α: Εδάφη προσαρτηθέντα στην Πολωνία (2. Τέσσεν – 2α. Λοιπά)

3: Εδάφη προσαρτηθέντα στην Ουγγαρία το 1938 (Νότια Σλοβακία)

4: Εδάφη προσαρτηθέντα στην Ουγγαρία το 1939 (Ρουθηνία)

5: Γερμανικό προτεκτοράτο Βοημίας-Μοραβίας

6: Ανεξάρτητο κράτος της Σλοβακίας

.

του Θοδωρή Αθανασιάδη | http://teddygr.blogspot.gr/2013/05/12.html

.

Σύμφωνο Μολότοφ-Ρίμπεντροπ – 11. Η Ευρώπη στα πρόθυρα του πολέμου

Έχοντας κατά νου όλο το παρασκήνιο, έτσι όπως το εκθέσαμε στα προηγούμενα σημειώματα, οι εξελίξεις γίνονται εύκολα κατανοητές. Κατ’ αρχάς, μόλις ανέβηκε στην εξουσία ο Χίτλερ, η πολυδιασπασμένη γερμανική κοινότητα της Σουδητίας άρχισε να συσπειρώνεται στο ναζιστικό Sudetendeutsche Partei (SDP – Κόμμα Γερμανών Σουδητών). Η Πράγα απάντησε με διώξεις και λήψη μέτρων καταστολής κατά των γερμανοσουδητών.

Παράλληλα, η Τσεχοσλοβακία υπέγραψε σύμφωνο αμοιβαίας στρατιωτικής βοήθειας με την ΕΣΣΔ. Κι ο μεν Στάλιν την χρειαζόταν αυτή την συμφωνία με μια σύμμαχο της Γαλλίας, προκειμένου να πιέσει το Παρίσι να δεχτεί την αναβίωση των γαλλορωσσικών συμμαχιών τού 19ου αιώνα, όμως η Πράγα δεν κέρδισε τίποτε απ’ αυτήν: για να φτάσουν τα ρωσσικά στρατεύματα σε τσεχοσλοβακικό έδαφος θα έπρεπε να περάσουν είτε από ρουμανικά είτε από πολωνικά εδάφη, πράγμα αδύνατο γιατί Βαρσοβία και Βουκουρέστι είχαν ξεκαθαρίσει ότι δεν θα επέτρεπαν τέτοια διέλευση. Αντίθετα, μάλιστα, αυτή η συμφωνία τροφοδότησε την γερμανική προπαγάνδα, η οποία έσπευσε να παρουσιάσει την Τσεχοσλοβακία ως… προκεχωρημένη βάση των κομμουνιστών!

Τότε, οι τσέχοι στράφηκαν για βοήθεια στην Γαλλία. Όμως, το μόνο που εισέπραξαν ήταν η συμβουλή να κατασκευάσουν την δική τους Γραμμή Μαζινό. Η χώρα είχε αυτή την δυνατότητα, μιας και διέθετε την μεγαλύτερη εξοπλιστική βιομηχανία τής κεντρικής Ευρώπης. Επί Αυστροουγγαρίας, όλη η βαριά οπλική βιομηχανία της αυτοκρατορίας βρισκόταν στην Βοημία και την Μοραβία. Αυτή η βιομηχανία όχι μόνο είχε διατηρηθεί αλλά είχε επεκταθεί περισσότερο, κατασκευάζοντας πλέον και τεθωρακισμένα άρματα και μαχητικά αεροσκάφη. Λογικά, λοιπόν, αυτή η αυξανόμενη τσεχική στρατιωτική ισχύς δαιμόνιζε τους γερμανούς.

Το πρόβλημα που αντιμετώπιζε ο πρωθυπουργός Έντβαρντ Μπένες (φανατικός τσέχος εθνικιστής, ο «πατέρας της ανεξαρτησίας») ήταν τεράστιο. Τα μήκους 1.545 χλμ σύνορα με την Γερμανία είχαν γίνει 2.103 χλμ μετά το Άνσλους ενώ δεν ήσαν λιγότερο επικίνδυνα ούτε τα 832 χλμ συνόρων με την Ουγγαρία ούτε τα 948 χλμ συνόρων με την Πολωνία. Όσο κι αν ο τσεχικός στρατός ήταν ο καλύτερα οπλισμένος σ’ όλη ατή την περιοχή, ήταν φανερό πως δεν θα μπορούσε να υπερασπίσει μόνος του σχεδόν 4.000 χιλιόμετρα επικίνδυνων συνόρων. Οι λύσεις που είχε ο Μπένες ήταν δυο: ή να δεχτεί τα αιτήματα των σουδητών και να τους παραχωρήσει πλήρη αυτονομία (ακόμη και ένωση με το Γ’ Ράιχ) ή να μπει σε πόλεμο, προκαλώντας την ανάμειξη άγγλων, γάλλων και σοβιετικών.

Στις δημοτικές εκλογές στα τέλη Μαΐου του 1938, το SDP ακολούθησε πολιτική όξυνσης (προφανώς, υποκινούμενο από τον Χίτλερ). Σύντομα, οι συγκρούσεις εξελίχθηκαν σε αιματοχυσίες, καθώς η Πράγα χρησιμοποίησε όπλα κατά των σουδητών. Ο Μπένες, φοβούμενος γερμανική εμπλοκή, έστειλε 200.000 στρατιώτες στα σύνορα με την Γερμανία. Αυτή η αψυχολόγητη κίνηση έκανε τον Χίτλερ να τα πάρει στο κρανίο: κι αν ακόμη δεν ήθελε να επιτεθεί, τώρα έπρεπε να το κάνει για να μη τον θεωρήσουν δειλό. Όταν στις 22 Μαΐου το SDP μάζευε το 90% των σουδητικών ψήφων, ο Χίτλερ όριζε την 1η Οκτωβρίου ως ημερομηνία εισβολής στην Τσεχοσλοβακία.

Πολλοί πίστεψαν ότι ο Χίτλερ είχε τρελλαθεί: όχι μόνο θα τα έβαζε με τον ισχυρότερο αντίπαλο που θα μπορούσε να διαλέξει αλλά τον προειδοποιούσε κιόλας μήνες πριν! Η γερμανική στρατιωτική ηγεσία κόντεψε να πάθει ομαδική αποπληξία ενώ κάποιοι δεν δίστασαν να ρίξουν την ιδέα τής ανατροπής τού δικτάτορα. Η βασική τους ένσταση ήταν ότι η εισβολή θα κρατούσε πολλές βδομάδες και στο μεταξύ οι γάλλοι θα έμπαιναν από τα δυτικά. Αντί για απάντηση, ο Χίτλερ έδωσε εντολή να ξεκινήσει αμέσως η κατασκευή οχυρών στα γαλλογερμανικά σύνορα, με την πομπώδη ονομασία Westwall (Δυτικό Τείχος) ή Siegfriedwall (Τείχος Ζήγκφρηντ).

 Στο μεταξύ, οι σουδήτες γερμανοί ξεκίνησαν κανονικό αντάρτικο κατά του τσεχοσλοβακικού στρατού. Τα καθημερινά βίαια γεγονότα αναμεταδίδονταν κι αναπαράγονταν σ’ όλον τον κόσμο. Στις εφημερίδες άρχισαν να εμφανίζονται ειδήσεις για επιστρατεύσεις στον γαλλικό στρατό και στο βρετανικό ναυτικό. Όλα μύριζαν μπαρούτι. Η Ευρώπη έδειχνε να οδεύει ολοταχώς σε πόλεμο…

Στην Αγγλία, επί κεφαλής της κυβέρνησης βρίσκεται ο συντηρητικός Άρθουρ Νέβιλ Τσάμπερλαιν. Στην Γαλλία, ομόλογός του είναι από τον Απρίλιο ο ριζοσπάστης Εντουάρ Νταλαντιέ, μέχρι τότε υπουργός πολέμου. Παρά τις -υποτιθέμενες- πολιτικές διαφορές τους, οι δυο ηγέτες συμφώνησαν να ακολουθήσουν κοινή γραμμή. Είχαν ένα πολύ σοβαρό πρόβλημα να επιλύσουν, προκειμένου να πάρουν σωστές αποφάσεις: με βάση το σύμφωνο του 1935, ποιά στάση θα κρατούσε η ΕΣΣΔ αν ο Χίτλερ χτυπούσε την Τσεχοσλοβακία;

Το πρόβλημα ήταν πράγματι σοβαρό. Οι δυο πρωθυπουργοί γνώριζαν ότι οι χώρες τους (βοηθούντος και του κραχ) δεν είχαν ακόμη ανακάμψει απολύτως από τις καταστροφές τού Α’ Π.Π. και ήταν σίγουρο ότι ένας καινούργιος πόλεμος θα τις αποδυνάμωνε σχεδόν τελείως. Αν, λοιπόν, η ΕΣΣΔ αποφάσιζε να αναμειχθεί, ο κίνδυνος διάδοσης του κομμουνισμού στην δύση θα γινόταν μεγάλος. Συνεπώς, Αγγλία και Γαλλία έπρεπε να κάνουν κάτι αμέσως. Αλλά τί;

Τελικά, η λύση στο πρόβλημα βρέθηκε και, μάλιστα, ήταν απλούστατη. Θα την δούμε στο επόμενο σημείωμα.

.

του Θοδωρή Αθανασιάδη | http://teddygr.blogspot.gr/2013/05/11.html

.

Σύμφωνο Μολότοφ-Ρίμπεντροπ – 10. Το τσεχοσλοβακικό μόρφωμα

Αν όλα όσα αναπτύξαμε ως εδώ «μυρίζουν» πόλεμο, λένε πως το πραγματικό προανάκρουσμα του επικείμενου πολέμου ήταν η διάλυση της Τσεχοσλοβακίας, η οποία επισημοποιήθηκε με την κατάπτυστη Συμφωνία του Μονάχου, του 1938. Όμως, πριν εξετάσουμε την διάλυση καθ’ εαυτήν και πριν αναλύσουμε την εν λόγω Συμφωνία, επιβάλλεται να πούμε δυο λόγια για το παρασκήνιο αλλά και για τα αίτια που οδήγησαν στις τελικές εξελίξεις.

Και, πρώτα-πρώτα, πώς προέκυψε το μόρφωμα που ονομάστηκε Τσεχοσλοβακία (όπως λέμε Αττικοβοιωτία); Εδώ έχουμε ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα της βλακείας με την οποία αντιμετώπισαν οι νικητές τις συνθήκες τού Α’ Π.Π. και διά της οποίας αναδύθηκαν από το πουθενά καινούργια κράτη στον ευρωπαϊκό χάρτη, με ανιστόρητα -ενίοτε δε και ασαφή- σύνορα και χαώδη -ενίοτε δε και ανύπαρκτο- εθνοτικό χαρακτήρα. Στην περίπτωση της Τσεχοσλοβακίας, ας είναι καλά οι τσέχοι εθνικιστές, οι οποίοι ονειρεύονταν ένα δικό τους κράτος να γεννιέται από το πτώμα της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας. Και τα κατάφεραν, βγαίνοντας στον πόλεμο στο πλευρό της Αντάντ. Μόνο που αυτό το κράτος, έτσι όπως σχεδιάστηκε με την συνεργασία των συμμάχων, είχε μόνο 45% τσέχους (περ. 7 εκατομμύρια) και οι υπόλοιποι ήσαν κυρίως γερμανοί (22%) και σλοβάκοι (15%) αλλά υπήρχαν και ευάριθμες κοινότητες πολωνών, ούγγρων και ουκρανών.

Ωραίο αμάλγαμα! Από τη μια, η νέα χώρα ονομάστηκε Τσεχοσλοβακία, αποδεικνύοντας εμμέσως ότι τσέχοι και σλοβάκοι είναι δυο λαοί με ελάχιστα κοινά σημεία. Από την άλλη, οι αρχές της αρνούνταν πεισματικά να αναγνωρίσουν ως ιδιαίτερη εθνότητα τους γερμανούς, αντιμετωπίζοντάς τους ως τσεχοσλοβάκους πολίτες β’ κατηγορίας. Μόνο που αυτοί οι γερμανοί δεν αποδέχτηκαν ποτέ την μοίρα που τους επιφύλαξε η Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου. Δεν μπορούσαν να ξεχάσουν ότι οι περιοχές της Βοημίας και της Μοραβίας ανήκαν στην «Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία του Γερμανικού Έθνους» από το 962 έως το 1806, περνώντας κατόπιν στην επικυριαρχία των Αψβούργων μέχρι το 1918. Κι αφού αυτά τα εδάφη ήταν γερμανικά επί χίλια σχεδόν χρόνια, πότε πρόλαβαν κι έγιναν «εθνικό λίκνο» των τσέχων;

Εν πάση περιπτώσει, στην μεγάλη τους πλειοψηφία οι γερμανοί της Τσεχοσλοβακίας ζούσαν συγκεντρωμένοι στην Σουδητία, μια περιοχή που απλώνεται κατά μήκος των συνόρων με την Αυστρία και την Γερμανία. Αυτό το γεγονός θα ήταν από μόνο του αρκετό για να ικανοποιηθεί το αίτημα των σουδητών να προσκυρωθεί η περιοχή τους είτε στην Αυστρία είτε στην Γερμανία. Οι τσέχοι, όμως επέμειναν ότι η περιοχή αυτή τους ανήκει και οι σύμμαχοι δεν τους χάλασαν το χατίρι.

Πάντως, με το τούτο και με το κείνο, η Τσεχοσλοβακία δεν μπόρεσε να ξεφύγει από την μοίρα όλων των «διάδοχων κρατών», δηλαδή των κρατών που γεννήθηκαν από την διάλυση των μεγάλων αυτοκρατοριών. Ήδη μιλήσαμε για την κόντρα της με Αυστρία και Γερμανία, σχετικά με το ζήτημα των σουδητών. Όμως, είχε μπελάδες και με την Ουγγαρία, τόσο λόγω της ουγγρικής μειονότητας (οι μαγυάροι ανέρχονταν στο 5% του πληθυσμού) όσο και λόγω του ότι η Ουγγαρία διεκδικούσε σημαντικό τμήμα της Σλοβακίας αλλά και ολόκληρη την Ρουθηνία (όπου, όμως, έμεναν κυρίως ουκρανοί). Όπως είχε προβλήματα και με την Πολωνία, η οποία διεκδικούσε την μικρή -αλλά πλούσια σε ορυκτά- περιοχή τού Τέσσεν.

Προκειμένου να αντισταθεί στην πιέσεις, η τσεχοσλοβακική ηγεσία συμμάχησε με δύο άλλα «διάδοχα κράτη», τα οποία αντιμετώπιζαν κι αυτά προβλήματα με μειονότητες και με συνοριακές διαφορές, την Ρουμανία και την Γιουγκοσλαβία. Η συμμαχία αυτών των τριών κρατών ονομάστηκε «Μικρή Αντάντ» και απετέλεσε βασικό σύμμαχο της Γαλλίας στην κεντρική Ευρώπη και στα Βαλκάνια. Όμως, επειδή κάθε δράση φέρνει και μια αντίδραση, ήταν λογικό οι αντίπαλοι της «Μικρής Αντάντ» να στραφούν στον άλλο πόλο, με αποτέλεσμα Πολωνία και Ουγγαρία ν’ αρχίσουν τα γλυκοκοιτάγματα προς το Βερολίνο…

Στο επόμενο σημείωμα θα δούμε την διάλυση της Τσεχοσλοβακίας. Σήμερα, 75 χρόνια αργότερα, υπάρχουν ιστορικοί αναλυτές που λένε πως η εξαφάνιση της Τσεχοσλοβακίας ως κράτος το 1938 οφειλόταν στις χιτλερικές βλέψεις εναντίον της. Διαφωνώ. Τουλάχιστον, διαφωνώ με την απλότητα ενός συμπεράσματος που αφήνει πλήρως ακάλυπτη την δεύτερη -και οριστική- διάλυση της ίδιας χώρας το 1993. Τότε, δηλαδή, που δεν υπήρχε Χίτλερ…

.

του Θοδωρή Αθανασιάδη | http://teddygr.blogspot.gr/2013/05/10.html

.

Σύμφωνο Μολότοφ-Ρίμπεντροπ – 9. Ο ρόλος της Ιαπωνίας

Ας αφήσουμε για λίγο τον Χίτλερ να απολαμβάνει την παντοδυναμία του και να καταστρώνει τα επόμενα σχέδιά του κι ας μεταφερθούμε στην πίσω πλευρά τού πλανήτη. Εκεί, στην Άπω Ανατολή, ο επεκτατισμός της Ιαπωνίας παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον.

Όταν οι ΗΠΑ έστελναν τον πλοίαρχο Πέρρυ (1853-1854) να «ανοίξει» την Ιαπωνία στις προκλήσεις τής εποχής, δεν ήταν δυνατόν να μαντέψουν πού θα κατέληγε όλο αυτό. Μετά από μια μεγάλη περίοδο μεταρρυθμίσεων (γνωστή ως Περίοδος Μέιτζι – Meiji Period), η χώρα βγήκε τόσο ισχυρή και βιομηχανοποιημένη ώστε φιλοδοξούσε να γίνει κι αυτή αυτοκρατορία. Το πρόβλημα ήταν πως τα μόνα εδάφη που προσφέρονταν για επέκταση ήσαν τα κινέζικα και, όσο κι αν η Κίνα παρέμενε μια κλειστή και ανίσχυρη χώρα, όντας μακριά από κάθε ιδέα εκσυγχρονισμού, δεν συνέβαινε το ίδιο με τις μεγάλες δυνάμεις της εποχής: οι βρετανοί είχαν καταλάβει την Βιρμανία και το Νεπάλ, οι γάλλοι την Ινδοκίνα και οι Ρώσσοι μεγάλες εκτάσεις τού Τουρκεστάν και της Σιβηρίας. Έτσι, οι ιάπωνες προσπάθησαν να στριμωχτούν κι αυτοί από δίπλα, αφαιρώντας από την Κίνα τον έλεγχο της Κορεατικής Χερσονήσου και της νήσου Φορμόζας.

Οι ευρωπαίοι δεν είδαν με καλό μάτι τον ιαπωνικό επεκτατισμό: οι ιάπωνες ήσαν «έγχρωμοι» και υπήρχε κίνδυνος να μιμηθούν το παράδειγμά τους οι άλλες «έγχρωμες» αποικίες, αμφισβητώντας την «λευκή ανωτερότητα». Από την μεριά τους, οι ιάπωνες καταλάβαιναν ότι υστερούσαν έναντι των πανίσχυρων δυτικών χωρών και φρόντισαν να συνάψουν συμμαχία με την Βρετανία. Δεν είχαν, όμως, κανένα πρόβλημα να τα βάλουν με τους ρώσσους, οι οποίοι, αναζητώντας διέξοδο στον Ειρηνικό, είχαν καταφέρει να πάρουν από την Κίνα την βορειοανατολική επαρχία Αμούρ (απέναντι στην Ιαπωνία) ενώ ήλεγχαν και την Μαντζουρία. Η επιθυμία των ιαπώνων να καταλάβουν αυτά τα εδάφη οδήγησε στον ρωσσοϊαπωνικό πόλεμο του 1905, ο οποίος κατέληξε σε ταπεινωτική ήττα των τσαρικών δυνάμεων.

Η ανησυχία των «λευκών» εντάθηκε και άρχισε να γίνεται λόγος για «κίτρινο κίνδυνο». Προσπαθώντας να διασκεδάσει αυτές τις ανησυχίες, η Ιαπωνία όχι μόνο διατήρησε την συμμαχία της με την Βρεττανία αλλά βγήκε και στο πλευρό τής Αντάντ κατά τον Α’ Π.Π. Και κάπως έτσι, μετά τον πόλεμο οι ιάπωνες βρέθηκαν να κατέχουν όλες τις γερμανικές αποικίες στον Ειρηνικό αλλά και όλες τις εγκαταστάσεις της Γερμανίας στην Κίνα.

Την ίδια ώρα η Κίνα κατέρρεε. Στα υπολείμματα της παλιάς αυτοκρατορίας, το Κουόμιτανγκ (το κινεζικό εθνικιστικό κόμμα) δεν κατάφερε να κρατήσει ενωμένη την χώρα, η οποία διασπάστηκε σε κρατίδια διοικούμενα από πολέμαρχους. Αυτή η χαώδης κατάσταση έκανε τους ιάπωνες να ξερογλείφονται. Κι όταν το κραχ τού 1929 τσάκισε τις ιαπωνικές εξαγωγές και οι ΗΠΑ αποφάσισαν να κλείσουν τα σύνορά τους στους ιάπωνες μετανάστες, ξέσπασε η επεκτατική καταιγίδα: Το 1931, η Ιαπωνία εισέβαλε στην Μαντζουρία και δημιούργησε εκεί ένα κράτος-μαριονέττα, το Μαντζούκουο. Το 1932, οι ιάπωνες προσπάθησαν να καταλάβουν την Σαγκάη αλλά απωθήθηκαν. Το 1933 κατέλαβαν την επαρχία Τζεχόλ, μεταξύ Μαντζουρίας και Πεκίνου.

Τότε ήταν που, επί τέλους, ξύπνησαν οι δυτικοί και κατάλαβαν ότι οι ιάπωνες μιλιταριστές είχαν βάλει σκοπό τους να καταλάβουν ολόκληρη την Κίνα. Με αντανακλαστικά Ραν-Ταν-Πλαν και δυο χρόνια καθυστέρηση, η Κοινωνία των Εθνών καταδίκασε την ιαπωνική επίθεση στην Μαντζουρία. Τα αφτιά των ιαπώνων δεν ίδρωσαν καθόλου: αν δεν τους ήθελαν οι άγγλοι κι οι γάλλοι, θα πήγαιναν με τους γερμανούς! Έτσι, τον Νοέμβριο του 1936, Γερμανία και Ιαπωνία υπέγραψαν το γνωστό Σύμφωνο Αντικομιντέρν, δηλαδή μια καθαρά αντικομμουνιστική συμμαχία. Παράλληλα, η Ιαπωνία κατήγγειλε τις συνθήκες της με την Βρετανία και τις ΗΠΑ.

 Μη πιστεύοντας στο αξιόμαχο των σοβιετικών δυνάμεων, το καλοκαίρι του 1938 οι ιάπωνες εξαπέλυσαν επίθεση κατά της ρωσσικής επαρχίας Άπω Ανατολής (με πρωτεύουσα το Βλαδιβοστόκ) αλλά δεν κατάφεραν να νικήσουν. Την επόμενη χρονιά εξαπέλυσαν καινούργια επίθεση από την Μαντζουρία προς την Εξωτερική Μογγολία. Ήταν η γνωστή Μάχη του Τζαλτζίν-Γκολ, η οποία διήρκεσε από τον Μάιο ως τον Σεπτέμβριο του 1939 και κατέληξε σε ήττα του ιαπωνικού στρατού. Ξαφνικά, οι ιάπωνες κατάλαβαν ότι δεν μπορούσαν να τα βάλουν μόνοι τους με τους σοβιετικούς, οπότε η συμμαχία τους με το Γ’ Ράιχ ήταν επιβεβλημένη.

Ίσως να αναρωτιέται κάποιος γιατί οι δυτικοί δεν πήραν χαμπάρι έγκαιρα τον κίνδυνο που εγκυμονούσε ο ιαπωνικός μιλιταρισμός. Η απάντηση δεν είναι δύσκολη: για τον ίδιο λόγο που άργησαν να πάρουν χαμπάρι και τον χιτλερικό κίνδυνο! Όσο ιάπωνες και γερμανοί τα βάζουν με τους κομμουνιστές και όσο οι δουλειές μαζί τους πάνε καλά, δεν υπάρχει πρόβλημα. Πάνω απ’ όλα οι δουλειές!

Μόνο που αυτές οι «δουλειές» συσπείρωσαν με την Γερμανία (μέσω του Συμφώνου Αντικομιντέρν) δυο ισχυρές χώρες (Ιταλία, Ιαπωνία), οι οποίες κατά τον Α’ Π.Π. ανήκαν στην Αντάντ…

.

του Θοδωρή Αθανασιάδη | http://teddygr.blogspot.gr/2013/05/9.html

.

Σύμφωνο Μολότοφ-Ρίμπεντροπ – 8. Το Άνσλους

Όσο οι Αψβούργοι ηγούνταν μιας τεράστιας πολυεθνικής αυτοκρατορίας, οι αυστριακοί δεν πολυνοιάζονταν για την ένωσή τους με την Γερμανία. Όμως, όλα άλλαξαν μετά τον Α’ Π.Π., οπότε και διαλύθηκε η Αυστροουγγρική Αυτοκρατορία. Η νεοσύστατη Αυστριακή Δημοκρατία αριθμούσε λίγο πάνω από 6 εκατομμύρια κατοίκους αλλά υπήρχαν άλλα 4 εκατομμύρια αυστρογερμανοί στο -προσαρτημένο από την Ιταλία- νότιο Τυρόλο κι άλλα 3,5 εκατομμύρια που είχαν γίνει τσεχοσλοβάκοι υπήκοοι.

Η αίσθηση πως η νέα Αυστρία δεν ήταν βιώσιμη (πολιτικά και οικονομικά) παγιωνόταν όλο και περισσότερο. Έτσι, στο πρώτο σύνταγμα της χώρας, το οποίο καταρτίστηκε τον Νοέμβριο του 1918,  η Αυστρία αυτοανακηρυσσόταν ως «τμήμα της Γερμανικής Δημοκρατίας». Όμως, κάτι τέτοιο δεν ήταν δυνατόν να γίνει αποδεκτό από τους νικητές της Αντάντ, οι οποίοι είχαν στόχο να αποδυναμώσουν την Γερμανία όσο περισσότερο γινόταν, κομματιάζοντάς την και χαρίζοντας εδάφη και πληθυσμό σε άλλες χώρες. Πώς ήταν δυνατόν, λοιπόν, αυτοί οι νικητές να επιτρέψουν στην Γερμανία να «ρεφάρει» τις απώλειές της ενσωματώνοντας την Αυστρία;

Μιλήσαμε ήδη, σε προηγούμενο σημείωμα αυτής της σειράς, για την δικτατορία Ντόλφους και για το εναντίον του πραξικόπημα εκ μέρους των αυστριακών εθνικιστών, το οποίο απέτυχε αν και κατάφερε να δολοφονήσει τον δικτάτορα. Στην εξουσία ανέβηκε ο Κουρτ φον Σούσνιγκ, ο οποίος όχι μόνο δεν κατέλυσε την δικτατορία αλλά την ενίσχυσε κιόλας. Είναι χαρακτηριστικό ότι από τα πρώτα μελήματα του Σούσνιγκ ήταν η αποκατάσταση της μοναρχίας των Αψβούργων. Δυστυχώς για τον Σούσνιγκ, κάτι τέτοιο δεν το ήθελαν ούτε οι πρώην αυτοκρατορικοί υπήκοοι (ούγγροι, τσέχοι κλπ έτρεμαν στην ιδέα ανασύστασης της αυτοκρατορίας) ούτε οι ιταλοί (οι Αψβούργοι θα διεκδικούσαν το νότιο Τυρόλο) ούτε οι γερμανοί (η παλινόρθωση της μοναρχίας θα απομάκρυνε την ενσωμάτωση της Αυστρίας).

Κι ενώ τα χρόνια περνούν και η Γερμανία έχει βάλει πλέον σε πλήρη κίνηση την οικονομία της (πάντοτε με τις ευλογίες της δύσης), οι αυστριακοί δεν μπορούν με τίποτε να συνέλθουν από τις συνέπειες της διεθνούς χρηματοπιστωτικής κρίσης τού 1929, έτσι όπως πιέζονται αφόρητα από την Γερμανία στον βορρά κι από την Ιταλία στον νότο. Παράλληλα, οι αυστριακοί ναζί όλο και δυναμώνουν, καταντώντας άσχημος βραχνάς για τον Σούσνιγκ. Τελικά, τον Ιούλιο του 1936, ο Σούσνιγκ υποχρεώνεται να υπογράψει τις «Συμφωνίες του Ιουλίου», όπου δηλώνεται ευθέως ότι η Αυστρία είναι «γερμανικό κράτος».

Φτάνουμε στον Νοέμβριο του 1937. Σε κομματική συνεδρίαση, ο Χίτλερ ανακοινώνει στους συνεργάτες του την απόφασή του να δημιουργήσει την «μεγάλη Γερμανία» και, χρησιμοποιώντας τα όπλα, να την επεκτείνει ανατολικά, προς αναζήτηση «ζωτικού χώρου». Οι περισσότεροι συνεργάτες του αντιδρούν: σύμφωνα με τους υπολογισμούς τους, η Γερμανία δεν θα είναι έτοιμη για πόλεμο πριν από το τέλος του 1943. Ο Χίτλερ δεν σηκώνει κουβέντα. Ξεσπάει κρίση στην γερμανική ηγεσία και οι παραιτήσεις πέφτουν βροχή: Σαχτ (υπουργός οικονομίας), φον Νόυρατ (υπουργός εξωτερικών), φον Μπλόμπεργκ (στρατηγός, υπουργός άμυνας), φον Φριτς (στρατηγός, αρχηγός στρατού) κλπ. Το κύρος τού Χίτλερ δέχεται πλήγμα. Ο φύρερ ψάχνει αγωνιωδώς μια μεγάλη επιτυχία… Η Αυστρία!

Στις 20 Φεβρουαρίου 1938, μιλώντας στο Ράιχσταγκ, ο Χίτλερ τονίζει: «Υπάρχουν σε όμορα κράτη δέκα εκατομμύρια γερμανοί που θέλουν να ενωθούν με την μητέρα πατρίδα αλλά κάποιοι θέλουν να τους στερήσουν το δικαίωμά τους να αναγνωριστούν ως γερμανοί. Αυτό είναι κάτι που δεν πρόκειται να το ανεχτώ». Μάλιστα δε, δεν παραλείπει να τονίσει πονηρά: «Θα ήθελα να ευχαριστήσω τον αυστριακό καγκελάριο για την κατανόησή του».

 Όμως, ο άμυαλος Σούσνιγκ δεν καταλαβαίνει το υπονοούμενο και τέσσερις μέρες αργότερα προκηρύσσει δημοψήφισμα. Επρόκειτο για ένα από τα πιο «στημένα» δημοψηφίσματα της Ιστορίας. Το ερώτημα για τους αυστριακούς ήταν: «Είστε υπέρ μιας Αυστρίας ελεύθερης, ανεξάρτητης, σοσιαλχριστιανικής, ενωμένης;» αλλά στα ψηφοδέλτια ήταν προτυπωμένο το «Ναι». Όποιος διαφωνούσε, έπρεπε να σβήσει το «Ναι» και να γράψει το «Όχι» με το χέρι του. Μόνο που στα ψηφοδέλτια προβλεπόταν και η συμπλήρωση των στοιχείων τού ψηφοφόρου (!!!) ενώ η συλλογή τους δεν γινόταν μέσω κάλπης αλλά θα μαζεύονταν από μέλη τού κυβερνώντος κόμματος!!

Φυσικά, ο Χίτλερ δεν ήταν δυνατόν να καταπιεί την κοροϊδία. Έτσι, το πρωί της 10ης Μαρτίου προανήγγειλε ότι τα στρατεύματα του θα εισέβαλαν στην Αυστρία μετά από 48 ώρες. Η προαναγγελία της εισβολής είχε στόχο την διερεύνηση των αντιδράσεων της δύσης και, παράλληλα, λειτουργούσε ως προσκλητήριο ξεσηκωμού των αυστριακών εθνικοφρόνων.

Η ιστορία αυτής της εισβολής βγάζει πολύ γέλιο. Κατ’ αρχάς, δεν υπήρχε… σχέδιο εισβολής! Απλώς, ο γερμανικός στρατός θα μαζευόταν στα σύνορα και, κάποια στιγμή, θα σήκωνε τις μπάρες και…θα έμπαινε. Επίσης, το γερμανικό επιτελείο δεν διέθετε στρατιωτικούς χάρτες της Αυστρίας, οπότε οι γερμανοί διοικητές αναγκάστηκαν να κατασχέσουν από τα βιβλιοπωλεία… τουριστικούς χάρτες της χώρας! Ακόμη, ο ανώτατος στρατιωτικός διοικητής δεν ήταν στην θέση του διότι… συμμετείχε σε άσκηση στην άλλη άκρη τής Γερμανίας! Και το καλύτερο: τα άρματα έμειναν καθ’ οδόν από καύσιμα διότι στο σχεδιασμένο δρομολόγιο δεν είχαν προβλεφθεί σταθμοί ανεφοδιασμού!

Ο Σούσνιγκ τα χρειάστηκε. Το πρωί της 11ης Μαρτίου διέταξε γενική επιστράτευση αλλά η αδιαφορία των αυστριακών ήταν τόση ώστε, πριν νυχτώσει, η διαταγή ανακλήθηκε και ο Σούσνιγκ παραιτήθηκε. Στην θέση του, κατόπιν επιμονής τού Χίτλερ, διορίστηκε ο εθνικοσοσιαλιστής Ζάις Ίνκβαρτ, ο οποίος έμεινε στην θέση τού πρωθυπουργού για 24 ώρες. Δηλαδή, όσο χρειαζόταν για να ανοίξει τα σύνορα, να υποδεχτεί με λαϊκό πανηγύρι τους «εισβολείς», να οργανώσει στρατιωτική παρέλαση προς τιμή τού Χίτλερ και να υπογράψει την ένωση της χώρας του με την Γερμανία. Ήταν ο δεύτερος blumenkrieg (πόλεμος λουλουδιών) που κέρδιζε ο Χίτλερ.

Πώς αντέδρασε η δύση σε όλα αυτά; Μα… δεν αντέδρασε! Με το πρόσχημα πως όλα έγιναν κεραυνοβόλα, οι «δημοκράτες» νικητές τού Α’ Π.Π. βρέθηκαν -υποτίθεται- προ τετελεσμένων γεγονότων και αναγκάστηκαν να δεχτούν την κατάσταση που διαμορφώθηκε, δίχως να προβάλουν την παραμικρή διαμαρτυρία (έτσι, για την τιμή των όπλων). Η ένωση Γερμανίας-Αυστρίας (το περίφημο Άνσλους) έγινε δίχως να ανοίξει μύτη και ο Χίτλερ έφτασε στο ζενίθ τής δημοτικότητάς του: είχε καταφέρει μέσα σε λίγες ώρες αυτό που δεν κατάφερε ποτέ ο Βίσμαρκ. Ήταν, πλέον, ο αδιαμφισβήτητος Φύρερ.

.

του Θοδωρή Αθανασιάδη | http://teddygr.blogspot.gr/2013/05/8_18.html

.

Σύμφωνο Μολότοφ-Ρίμπεντροπ – 7. Ο ισπανικός εμφύλιος

Στο σημείο αυτό, αξίζει να σταθούμε για λίγο, προκειμένου για να ρίξουμε μια ματιά στο γεγονός που συντάραξε την Ευρώπη το 1936: τον ισπανικό εμφύλιο.

Η λήξη του Α’ Π.Π. δεν σήμανε ηρεμία για την Ισπανία, η οποία βίωνε μια διαρκή αναταραχή. Και δεν ήταν μόνο τα εθνοτικά προβλήματα (κυρίως το βασκικό και το καταλανικό) που συντηρούσαν αυτή την αναταραχή. Ήταν, κυρίως, η προσπάθεια της προπολεμικής αστικής εξουσίας να εμποδίσει την διαφαινόμενη ανατροπή της από ένα ογκούμενο αριστερό (κατά βάση, περισσότερο αναρχιστικό παρά κομμουνιστικό) κίνημα. Η στρατιωτική δικτατορία υπό τον στρατηγό Μιγκέλ Πρίμο ντε Ριβέρα (1923-1930) δεν έλυσε κανένα πρόβλημα. Τελικά, οι επαναστάτες επεκράτησαν, η μοναρχία ανετράπη και το 1931 ιδρύθηκε η «Δεύτερη Ισπανική Δημοκρατία».

Όμως, τα πράγματα κάθε άλλο παρά εύκολα ήσαν. Μη ξεχνάμε ότι στην Ευρώπη εξαπλώνονται και ριζώνουν τόσο ο κομμουνισμός στην ανατολή όσο και ο φασισμός στο κέντρο. Το χάσμα ανάμεσα σ’ αυτούς τους διαμετρικά αντίθετους κόσμους βαθαίνει διαρκώς, δημιουργώντας πολώσεις τύπου «αντί-«: οι αριστερές δυνάμεις (αναρχιστές, κομμουνιστές, σοσιαλιστές κλπ) ενώνονται υπό την προμετωπίδα τού «αντιφασισμού» ενώ οι υπόλοιποι (συντηρητικοί, μοναρχικοί, εθνικιστές, χουντικοί, μετριοπαθείς δεξιοί κλπ) συγκροτούν τον «αντικομμουνισμό». Και η Ισπανία, η χώρα των έντονων αντιθέσεων, δεν θα μπορούσε να εξαιρεθεί απ’ αυτόν τον κανόνα.

Η εξάπλωση της αριστεράς δεν ήταν δυνατόν να αφήσει ασυγκίνητους τους ισπανούς στρατιωτικούς, οι οποίοι επιχείρησαν να ανατρέψουν την δημοκρατία αλλά το πραξικόπημα που εκδηλώθηκε στις 10 Αυγούστου 1932 (υπό τον στρατηγό Σανχούρχο) απέτυχε. Αναθαρρημένη η αριστερά, άρχισε να οργανώνει την μεγάλη τελική επανάσταση, η οποία θα ανέτρεπε οριστικά τις παλιές αστικές δομές. Αυτή η επανάσταση ξέσπασε τον Οκτώβριο του 1934 και οι επαναστάτες νομιμοποιήθηκαν στην εξουσία με τις εκλογές που έγιναν τον Φεβρουάριο του 1936. Σ’ αυτές τις εκλογές, το φασιστικό κόμμα τής Ισπανίας (η περίφημη «Φάλαγγα») δεν έβγαλε ούτε έναν βουλευτή!

Οι αντικομμουνιστικές δυνάμεις της Ισπανίας ανατρίχιασαν. Μαζί τους ανατρίχιασε όλη η «δημοκρατική» δύση. Άγγλοι και Γάλλοι έβλεπαν με τρόμο ότι δίπλα τους στήνεται μια καινούργια «Σοβιετία», όσο κι αν οι ακραιφνείς κομμουνιστές δεν αποτελούσαν παρά μια από τις συνιστώσες τού «Λαϊκού Μετώπου» που κυβερνούσε την Ισπανία. Όμως, το πάθημα του Σανχούρχο τούς είχε δείξει πως ένα απλό πραξικόπημα δεν ήταν δυνατόν να ανατρέψει μια κυβέρνηση η οποία είχε βαθιές ρίζες στον λαό. Έπρεπε να οργανωθεί κάτι πιο μεγάλο και πιο δραστικό.

Έτσι κι έγινε. Στις 18 Ιουλίου 1936, ο στρατηγός Φράνκο εξαπέλυσε τις δυνάμεις του κατά της Δημοκρατίας. Με τους άγγλους και τους γάλλους να δηλώνουν «ουδέτεροι», η νόμιμη εξουσία μπορούσε να στηριχτεί μόνο στον δημοκρατικό λαό και στα όπλα που έστελνε ο Στάλιν. Από την άλλη, ο Φράνκο είχε την αμέριστη υποστήριξη του Μουσολίνι, ο οποίος έθεσε στην διάθεση των ισπανών φασιστών το πολυπληθέστατο CTV (σώμα εθελοντών) και μια ισχυρή αεροπορική δύναμη ενώ διέταξε και το ιταλικό πολεμικό ναυτικό να προσφέρει κάθε δυνατή βοήθεια στους εθνικιστές. Παράλληλα, η Ιταλία ανεφοδίαζε αδιάκοπα τις φρανκικές δυνάμεις με όπλα και πολεμοφόδια.

Τότε, ο Χίτλερ αποφάσισε να κάνει ένα πείραμα, στέλνοντας στην Ισπανία (στο πλευρό τού Φράνκο, φυσικά) την περίφημη «Λεγεώνα Κόνδωρ», μια μονάδα η οποία αποτελείτο από ένα σμήνος αεροπλάνων και ένα μικρό σώμα στρατιωτών. Η «Λεγεώνα Κόνδωρ» έμεινε στην ιστορία χάρη στον Πικάσο, μιας κι ήταν αυτή που κατέστρεψε την μικρή ισπανική πόλη Γκουέρνικα.

 Στόχος του Χίτλερ δεν ήταν τόσο να βοηθήσει τον Φράνκο (άλλωστε, τα σχέδια του Φύρερ δεν περιλάμβαναν την επέκταση της Γερμανίας τόσο νότια) όσο να «μετρήσει» τις αντιδράσεις άγγλων και γάλλων. Μετά τον Α’ Π.Π., ήταν η πρώτη φορά που γερμανικές ένοπλες δυνάμεις θα δραστηριοποιούνταν εκτός των γερμανικών συνόρων και έπρεπε να διερευνηθούν οι αντιδράσεις σε μια τέτοια ενέργεια.

Προς μεγάλη ικανοποίηση του Χίτλερ, ουδεμία αντίδραση υπήρξε. Ούτε η Αγγλία ούτε η Γαλλία θεώρησαν ότι η Γερμανία έκανε κάτι κακό. Κανείς δεν είδε την παραμικρή παραβίαση της συμφωνίας των Βερσαλλιών. Το μόνο που έβλεπαν ήταν πως αυτό το «κακό» με τους αριστερούς στην Ισπανία, έπρεπε κάπου, κάπως και από κάποιους να σταματήσει. Το ότι αυτοί οι «κάποιοι» ήσαν οι τρεις μεγαλύτεροι φασίστες της Ευρώπης, αποτελούσε μια απλή και αμελητέα λεπτομέρεια για τους «δημοκράτες» της δύσης..

Πάντως, από την συμμετοχή του στον ισπανικό εμφύλιο, ο Χίτλερ έβγαλε ένα πολύ απλό και χρήσιμο συμπέρασμα: όταν θα έφτανε η ώρα να επιτεθεί στην Σοβιετική Ένωση, κανένας στην δύση δεν θα διαμαρτυρόταν. Διάβολε! Αν δεν ήταν αυτός ο λόγος για τον οποίο τον άφηναν ανεξέλεγκτο να αλωνίζει, ποιός ήταν;

Σήμερα, η μελέτη της Ιστορίας έχει καταλήξει στο συμπέρασμα ότι ο ισπανικός εμφύλιος, όσο κι αν απετέλεσε σημαντικότατο γεγονός, δεν προκάλεσε τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο ούτε έπαιξε ρόλο σ’ αυτόν. Προσωπικώς, συμφωνώ με το πρώτο αλλά διαφωνώ -τουλάχιστον εν μέρει- με το δεύτερο. Το συμπέρασμα, στο οποίο αναφέρεται η προηγούμενη παράγραφος, ενθάρρυνε τον Χίτλερ να προχωρήσει στην υλοποίηση των σχεδίων του μια ώρα αρχύτερα. Αν στην Ισπανία έκανε πείραμα για να μάθει, στην Τσεχοσλοβακία θα έκανε εφαρμογή όσων έμαθε…

.

του Θοδωρή Αθανασιάδη | http://teddygr.blogspot.gr/2013/05/7.html

.