Σύμφωνο Μολότοφ-Ρίμπεντροπ – 8. Το Άνσλους

Όσο οι Αψβούργοι ηγούνταν μιας τεράστιας πολυεθνικής αυτοκρατορίας, οι αυστριακοί δεν πολυνοιάζονταν για την ένωσή τους με την Γερμανία. Όμως, όλα άλλαξαν μετά τον Α’ Π.Π., οπότε και διαλύθηκε η Αυστροουγγρική Αυτοκρατορία. Η νεοσύστατη Αυστριακή Δημοκρατία αριθμούσε λίγο πάνω από 6 εκατομμύρια κατοίκους αλλά υπήρχαν άλλα 4 εκατομμύρια αυστρογερμανοί στο -προσαρτημένο από την Ιταλία- νότιο Τυρόλο κι άλλα 3,5 εκατομμύρια που είχαν γίνει τσεχοσλοβάκοι υπήκοοι.

Η αίσθηση πως η νέα Αυστρία δεν ήταν βιώσιμη (πολιτικά και οικονομικά) παγιωνόταν όλο και περισσότερο. Έτσι, στο πρώτο σύνταγμα της χώρας, το οποίο καταρτίστηκε τον Νοέμβριο του 1918,  η Αυστρία αυτοανακηρυσσόταν ως «τμήμα της Γερμανικής Δημοκρατίας». Όμως, κάτι τέτοιο δεν ήταν δυνατόν να γίνει αποδεκτό από τους νικητές της Αντάντ, οι οποίοι είχαν στόχο να αποδυναμώσουν την Γερμανία όσο περισσότερο γινόταν, κομματιάζοντάς την και χαρίζοντας εδάφη και πληθυσμό σε άλλες χώρες. Πώς ήταν δυνατόν, λοιπόν, αυτοί οι νικητές να επιτρέψουν στην Γερμανία να «ρεφάρει» τις απώλειές της ενσωματώνοντας την Αυστρία;

Μιλήσαμε ήδη, σε προηγούμενο σημείωμα αυτής της σειράς, για την δικτατορία Ντόλφους και για το εναντίον του πραξικόπημα εκ μέρους των αυστριακών εθνικιστών, το οποίο απέτυχε αν και κατάφερε να δολοφονήσει τον δικτάτορα. Στην εξουσία ανέβηκε ο Κουρτ φον Σούσνιγκ, ο οποίος όχι μόνο δεν κατέλυσε την δικτατορία αλλά την ενίσχυσε κιόλας. Είναι χαρακτηριστικό ότι από τα πρώτα μελήματα του Σούσνιγκ ήταν η αποκατάσταση της μοναρχίας των Αψβούργων. Δυστυχώς για τον Σούσνιγκ, κάτι τέτοιο δεν το ήθελαν ούτε οι πρώην αυτοκρατορικοί υπήκοοι (ούγγροι, τσέχοι κλπ έτρεμαν στην ιδέα ανασύστασης της αυτοκρατορίας) ούτε οι ιταλοί (οι Αψβούργοι θα διεκδικούσαν το νότιο Τυρόλο) ούτε οι γερμανοί (η παλινόρθωση της μοναρχίας θα απομάκρυνε την ενσωμάτωση της Αυστρίας).

Κι ενώ τα χρόνια περνούν και η Γερμανία έχει βάλει πλέον σε πλήρη κίνηση την οικονομία της (πάντοτε με τις ευλογίες της δύσης), οι αυστριακοί δεν μπορούν με τίποτε να συνέλθουν από τις συνέπειες της διεθνούς χρηματοπιστωτικής κρίσης τού 1929, έτσι όπως πιέζονται αφόρητα από την Γερμανία στον βορρά κι από την Ιταλία στον νότο. Παράλληλα, οι αυστριακοί ναζί όλο και δυναμώνουν, καταντώντας άσχημος βραχνάς για τον Σούσνιγκ. Τελικά, τον Ιούλιο του 1936, ο Σούσνιγκ υποχρεώνεται να υπογράψει τις «Συμφωνίες του Ιουλίου», όπου δηλώνεται ευθέως ότι η Αυστρία είναι «γερμανικό κράτος».

Φτάνουμε στον Νοέμβριο του 1937. Σε κομματική συνεδρίαση, ο Χίτλερ ανακοινώνει στους συνεργάτες του την απόφασή του να δημιουργήσει την «μεγάλη Γερμανία» και, χρησιμοποιώντας τα όπλα, να την επεκτείνει ανατολικά, προς αναζήτηση «ζωτικού χώρου». Οι περισσότεροι συνεργάτες του αντιδρούν: σύμφωνα με τους υπολογισμούς τους, η Γερμανία δεν θα είναι έτοιμη για πόλεμο πριν από το τέλος του 1943. Ο Χίτλερ δεν σηκώνει κουβέντα. Ξεσπάει κρίση στην γερμανική ηγεσία και οι παραιτήσεις πέφτουν βροχή: Σαχτ (υπουργός οικονομίας), φον Νόυρατ (υπουργός εξωτερικών), φον Μπλόμπεργκ (στρατηγός, υπουργός άμυνας), φον Φριτς (στρατηγός, αρχηγός στρατού) κλπ. Το κύρος τού Χίτλερ δέχεται πλήγμα. Ο φύρερ ψάχνει αγωνιωδώς μια μεγάλη επιτυχία… Η Αυστρία!

Στις 20 Φεβρουαρίου 1938, μιλώντας στο Ράιχσταγκ, ο Χίτλερ τονίζει: «Υπάρχουν σε όμορα κράτη δέκα εκατομμύρια γερμανοί που θέλουν να ενωθούν με την μητέρα πατρίδα αλλά κάποιοι θέλουν να τους στερήσουν το δικαίωμά τους να αναγνωριστούν ως γερμανοί. Αυτό είναι κάτι που δεν πρόκειται να το ανεχτώ». Μάλιστα δε, δεν παραλείπει να τονίσει πονηρά: «Θα ήθελα να ευχαριστήσω τον αυστριακό καγκελάριο για την κατανόησή του».

 Όμως, ο άμυαλος Σούσνιγκ δεν καταλαβαίνει το υπονοούμενο και τέσσερις μέρες αργότερα προκηρύσσει δημοψήφισμα. Επρόκειτο για ένα από τα πιο «στημένα» δημοψηφίσματα της Ιστορίας. Το ερώτημα για τους αυστριακούς ήταν: «Είστε υπέρ μιας Αυστρίας ελεύθερης, ανεξάρτητης, σοσιαλχριστιανικής, ενωμένης;» αλλά στα ψηφοδέλτια ήταν προτυπωμένο το «Ναι». Όποιος διαφωνούσε, έπρεπε να σβήσει το «Ναι» και να γράψει το «Όχι» με το χέρι του. Μόνο που στα ψηφοδέλτια προβλεπόταν και η συμπλήρωση των στοιχείων τού ψηφοφόρου (!!!) ενώ η συλλογή τους δεν γινόταν μέσω κάλπης αλλά θα μαζεύονταν από μέλη τού κυβερνώντος κόμματος!!

Φυσικά, ο Χίτλερ δεν ήταν δυνατόν να καταπιεί την κοροϊδία. Έτσι, το πρωί της 10ης Μαρτίου προανήγγειλε ότι τα στρατεύματα του θα εισέβαλαν στην Αυστρία μετά από 48 ώρες. Η προαναγγελία της εισβολής είχε στόχο την διερεύνηση των αντιδράσεων της δύσης και, παράλληλα, λειτουργούσε ως προσκλητήριο ξεσηκωμού των αυστριακών εθνικοφρόνων.

Η ιστορία αυτής της εισβολής βγάζει πολύ γέλιο. Κατ’ αρχάς, δεν υπήρχε… σχέδιο εισβολής! Απλώς, ο γερμανικός στρατός θα μαζευόταν στα σύνορα και, κάποια στιγμή, θα σήκωνε τις μπάρες και…θα έμπαινε. Επίσης, το γερμανικό επιτελείο δεν διέθετε στρατιωτικούς χάρτες της Αυστρίας, οπότε οι γερμανοί διοικητές αναγκάστηκαν να κατασχέσουν από τα βιβλιοπωλεία… τουριστικούς χάρτες της χώρας! Ακόμη, ο ανώτατος στρατιωτικός διοικητής δεν ήταν στην θέση του διότι… συμμετείχε σε άσκηση στην άλλη άκρη τής Γερμανίας! Και το καλύτερο: τα άρματα έμειναν καθ’ οδόν από καύσιμα διότι στο σχεδιασμένο δρομολόγιο δεν είχαν προβλεφθεί σταθμοί ανεφοδιασμού!

Ο Σούσνιγκ τα χρειάστηκε. Το πρωί της 11ης Μαρτίου διέταξε γενική επιστράτευση αλλά η αδιαφορία των αυστριακών ήταν τόση ώστε, πριν νυχτώσει, η διαταγή ανακλήθηκε και ο Σούσνιγκ παραιτήθηκε. Στην θέση του, κατόπιν επιμονής τού Χίτλερ, διορίστηκε ο εθνικοσοσιαλιστής Ζάις Ίνκβαρτ, ο οποίος έμεινε στην θέση τού πρωθυπουργού για 24 ώρες. Δηλαδή, όσο χρειαζόταν για να ανοίξει τα σύνορα, να υποδεχτεί με λαϊκό πανηγύρι τους «εισβολείς», να οργανώσει στρατιωτική παρέλαση προς τιμή τού Χίτλερ και να υπογράψει την ένωση της χώρας του με την Γερμανία. Ήταν ο δεύτερος blumenkrieg (πόλεμος λουλουδιών) που κέρδιζε ο Χίτλερ.

Πώς αντέδρασε η δύση σε όλα αυτά; Μα… δεν αντέδρασε! Με το πρόσχημα πως όλα έγιναν κεραυνοβόλα, οι «δημοκράτες» νικητές τού Α’ Π.Π. βρέθηκαν -υποτίθεται- προ τετελεσμένων γεγονότων και αναγκάστηκαν να δεχτούν την κατάσταση που διαμορφώθηκε, δίχως να προβάλουν την παραμικρή διαμαρτυρία (έτσι, για την τιμή των όπλων). Η ένωση Γερμανίας-Αυστρίας (το περίφημο Άνσλους) έγινε δίχως να ανοίξει μύτη και ο Χίτλερ έφτασε στο ζενίθ τής δημοτικότητάς του: είχε καταφέρει μέσα σε λίγες ώρες αυτό που δεν κατάφερε ποτέ ο Βίσμαρκ. Ήταν, πλέον, ο αδιαμφισβήτητος Φύρερ.

.

του Θοδωρή Αθανασιάδη | http://teddygr.blogspot.gr/2013/05/8_18.html

.

Σύμφωνο Μολότοφ-Ρίμπεντροπ – 7. Ο ισπανικός εμφύλιος

Στο σημείο αυτό, αξίζει να σταθούμε για λίγο, προκειμένου για να ρίξουμε μια ματιά στο γεγονός που συντάραξε την Ευρώπη το 1936: τον ισπανικό εμφύλιο.

Η λήξη του Α’ Π.Π. δεν σήμανε ηρεμία για την Ισπανία, η οποία βίωνε μια διαρκή αναταραχή. Και δεν ήταν μόνο τα εθνοτικά προβλήματα (κυρίως το βασκικό και το καταλανικό) που συντηρούσαν αυτή την αναταραχή. Ήταν, κυρίως, η προσπάθεια της προπολεμικής αστικής εξουσίας να εμποδίσει την διαφαινόμενη ανατροπή της από ένα ογκούμενο αριστερό (κατά βάση, περισσότερο αναρχιστικό παρά κομμουνιστικό) κίνημα. Η στρατιωτική δικτατορία υπό τον στρατηγό Μιγκέλ Πρίμο ντε Ριβέρα (1923-1930) δεν έλυσε κανένα πρόβλημα. Τελικά, οι επαναστάτες επεκράτησαν, η μοναρχία ανετράπη και το 1931 ιδρύθηκε η «Δεύτερη Ισπανική Δημοκρατία».

Όμως, τα πράγματα κάθε άλλο παρά εύκολα ήσαν. Μη ξεχνάμε ότι στην Ευρώπη εξαπλώνονται και ριζώνουν τόσο ο κομμουνισμός στην ανατολή όσο και ο φασισμός στο κέντρο. Το χάσμα ανάμεσα σ’ αυτούς τους διαμετρικά αντίθετους κόσμους βαθαίνει διαρκώς, δημιουργώντας πολώσεις τύπου «αντί-«: οι αριστερές δυνάμεις (αναρχιστές, κομμουνιστές, σοσιαλιστές κλπ) ενώνονται υπό την προμετωπίδα τού «αντιφασισμού» ενώ οι υπόλοιποι (συντηρητικοί, μοναρχικοί, εθνικιστές, χουντικοί, μετριοπαθείς δεξιοί κλπ) συγκροτούν τον «αντικομμουνισμό». Και η Ισπανία, η χώρα των έντονων αντιθέσεων, δεν θα μπορούσε να εξαιρεθεί απ’ αυτόν τον κανόνα.

Η εξάπλωση της αριστεράς δεν ήταν δυνατόν να αφήσει ασυγκίνητους τους ισπανούς στρατιωτικούς, οι οποίοι επιχείρησαν να ανατρέψουν την δημοκρατία αλλά το πραξικόπημα που εκδηλώθηκε στις 10 Αυγούστου 1932 (υπό τον στρατηγό Σανχούρχο) απέτυχε. Αναθαρρημένη η αριστερά, άρχισε να οργανώνει την μεγάλη τελική επανάσταση, η οποία θα ανέτρεπε οριστικά τις παλιές αστικές δομές. Αυτή η επανάσταση ξέσπασε τον Οκτώβριο του 1934 και οι επαναστάτες νομιμοποιήθηκαν στην εξουσία με τις εκλογές που έγιναν τον Φεβρουάριο του 1936. Σ’ αυτές τις εκλογές, το φασιστικό κόμμα τής Ισπανίας (η περίφημη «Φάλαγγα») δεν έβγαλε ούτε έναν βουλευτή!

Οι αντικομμουνιστικές δυνάμεις της Ισπανίας ανατρίχιασαν. Μαζί τους ανατρίχιασε όλη η «δημοκρατική» δύση. Άγγλοι και Γάλλοι έβλεπαν με τρόμο ότι δίπλα τους στήνεται μια καινούργια «Σοβιετία», όσο κι αν οι ακραιφνείς κομμουνιστές δεν αποτελούσαν παρά μια από τις συνιστώσες τού «Λαϊκού Μετώπου» που κυβερνούσε την Ισπανία. Όμως, το πάθημα του Σανχούρχο τούς είχε δείξει πως ένα απλό πραξικόπημα δεν ήταν δυνατόν να ανατρέψει μια κυβέρνηση η οποία είχε βαθιές ρίζες στον λαό. Έπρεπε να οργανωθεί κάτι πιο μεγάλο και πιο δραστικό.

Έτσι κι έγινε. Στις 18 Ιουλίου 1936, ο στρατηγός Φράνκο εξαπέλυσε τις δυνάμεις του κατά της Δημοκρατίας. Με τους άγγλους και τους γάλλους να δηλώνουν «ουδέτεροι», η νόμιμη εξουσία μπορούσε να στηριχτεί μόνο στον δημοκρατικό λαό και στα όπλα που έστελνε ο Στάλιν. Από την άλλη, ο Φράνκο είχε την αμέριστη υποστήριξη του Μουσολίνι, ο οποίος έθεσε στην διάθεση των ισπανών φασιστών το πολυπληθέστατο CTV (σώμα εθελοντών) και μια ισχυρή αεροπορική δύναμη ενώ διέταξε και το ιταλικό πολεμικό ναυτικό να προσφέρει κάθε δυνατή βοήθεια στους εθνικιστές. Παράλληλα, η Ιταλία ανεφοδίαζε αδιάκοπα τις φρανκικές δυνάμεις με όπλα και πολεμοφόδια.

Τότε, ο Χίτλερ αποφάσισε να κάνει ένα πείραμα, στέλνοντας στην Ισπανία (στο πλευρό τού Φράνκο, φυσικά) την περίφημη «Λεγεώνα Κόνδωρ», μια μονάδα η οποία αποτελείτο από ένα σμήνος αεροπλάνων και ένα μικρό σώμα στρατιωτών. Η «Λεγεώνα Κόνδωρ» έμεινε στην ιστορία χάρη στον Πικάσο, μιας κι ήταν αυτή που κατέστρεψε την μικρή ισπανική πόλη Γκουέρνικα.

 Στόχος του Χίτλερ δεν ήταν τόσο να βοηθήσει τον Φράνκο (άλλωστε, τα σχέδια του Φύρερ δεν περιλάμβαναν την επέκταση της Γερμανίας τόσο νότια) όσο να «μετρήσει» τις αντιδράσεις άγγλων και γάλλων. Μετά τον Α’ Π.Π., ήταν η πρώτη φορά που γερμανικές ένοπλες δυνάμεις θα δραστηριοποιούνταν εκτός των γερμανικών συνόρων και έπρεπε να διερευνηθούν οι αντιδράσεις σε μια τέτοια ενέργεια.

Προς μεγάλη ικανοποίηση του Χίτλερ, ουδεμία αντίδραση υπήρξε. Ούτε η Αγγλία ούτε η Γαλλία θεώρησαν ότι η Γερμανία έκανε κάτι κακό. Κανείς δεν είδε την παραμικρή παραβίαση της συμφωνίας των Βερσαλλιών. Το μόνο που έβλεπαν ήταν πως αυτό το «κακό» με τους αριστερούς στην Ισπανία, έπρεπε κάπου, κάπως και από κάποιους να σταματήσει. Το ότι αυτοί οι «κάποιοι» ήσαν οι τρεις μεγαλύτεροι φασίστες της Ευρώπης, αποτελούσε μια απλή και αμελητέα λεπτομέρεια για τους «δημοκράτες» της δύσης..

Πάντως, από την συμμετοχή του στον ισπανικό εμφύλιο, ο Χίτλερ έβγαλε ένα πολύ απλό και χρήσιμο συμπέρασμα: όταν θα έφτανε η ώρα να επιτεθεί στην Σοβιετική Ένωση, κανένας στην δύση δεν θα διαμαρτυρόταν. Διάβολε! Αν δεν ήταν αυτός ο λόγος για τον οποίο τον άφηναν ανεξέλεγκτο να αλωνίζει, ποιός ήταν;

Σήμερα, η μελέτη της Ιστορίας έχει καταλήξει στο συμπέρασμα ότι ο ισπανικός εμφύλιος, όσο κι αν απετέλεσε σημαντικότατο γεγονός, δεν προκάλεσε τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο ούτε έπαιξε ρόλο σ’ αυτόν. Προσωπικώς, συμφωνώ με το πρώτο αλλά διαφωνώ -τουλάχιστον εν μέρει- με το δεύτερο. Το συμπέρασμα, στο οποίο αναφέρεται η προηγούμενη παράγραφος, ενθάρρυνε τον Χίτλερ να προχωρήσει στην υλοποίηση των σχεδίων του μια ώρα αρχύτερα. Αν στην Ισπανία έκανε πείραμα για να μάθει, στην Τσεχοσλοβακία θα έκανε εφαρμογή όσων έμαθε…

.

του Θοδωρή Αθανασιάδη | http://teddygr.blogspot.gr/2013/05/7.html

.

Σύμφωνο Μολότοφ-Ρίμπεντροπ – 6. Η φαρσοκωμωδία της Ρηνανίας

Μ’ αυτά και μ’ αυτά, μπήκε το 1936. Ο Χίτλερ αντιμετωπίζει προβλήματα επιβολής στο ίδιο του το κόμμα, όπου αμφισβητείται πλέον η μονοκρατορία του. Μια σειρά διπλωματών καριέρας, έμπειροι αξιωματικοί αλλά και κομματικά στελέχη πρώτης γραμμής διατυπώνουν σοβαρές επιφυλάξεις στην πρόθεση του αρχηγού να αμφισβητήσει έμπρακτα την Συνθήκη των Βερσαλλιών. Παρ’ ότι έχει ξεκινήσει ήδη η ενίσχυση της Βέρμαχτ με αθρόες στρατολογήσεις, η στρατιωτική δύναμη της χώρας είναι ακόμη πολύ ασθενική και δεν επιτρέπει την δημιουργία προκλήσεων. Όμως, ο Χίτλερ είναι αποφασισμένος: θα ανακαταλάβει στρατιωτικά την Ρηνανία!

Όπως είδαμε σε προηγούμενο σημείωμα, η Συνθήκη των Βερσαλλιών προέβλεπε την εκμετάλλευση της περιοχής από την Γαλλία επί 15 χρόνια και, κατόπιν, θα γινόταν δημοψήφισμα για να αποφασίσουν οι κάτοικοι αν θα έμεναν οριστικά με την Γαλλία ή θα επέστρεφαν στην Γερμανία. Μιας και βρισκόμαστε στο 1936, τα συμμαχικά στρατεύματα έχουν από καιρό αποχωρήσει και η περιοχή θα μπορούσε άνετα να ξαναγίνει γερμανική με ένα απλό δημοψήφισμα, αφού η συντριπτική πλειοψηφία των κατοίκων της ήσαν γερμανοί. Αλλά ο Χίτλερ δεν αρκείται στις πολιτικές λύσεις. Έχει ανάγκη από μια επίδειξη ισχύος, προκειμένου να αναδειχθεί σ’ αυτό που ονειρεύεται: σε πραγματικό αρχηγό, σε φύρερ. Εξ άλλου, με μια τέτοια επίδειξη θα αποδείξει στους γερμανούς ότι έχει χεσμένη την -τόσο ταπεινωτική γι’ αυτούς- Συνθήκη των Βερσαλλιών. Έτσι, στις 7 Μαρτίου 1936 δίνει εντολή στα γερμανικά στρατεύματα να εισβάλουν στην Ρηνανία.

Για την επιχείρηση, ο Χίτλερ κινητοποίησε τρεις στρατιές. Οι δυο απ’ αυτές (με 5 μεραρχίες συνολικά) θα καταλάμβαναν την βόρεια Ρηνανία, με σχετικά μικρό κίνδυνο αφού η περιοχή συνορεύει με τις Κάτω Χώρες. Η τρίτη στρατιά, με 7 μεραρχίες συν μία εφεδρική, θα εισέβαλε στην νότια Ρηνανία, η οποία συνορεύει με την Γαλλία. Αλλά κι αυτή η στρατιά θα τηρούσε στάση αναμονής, ώσπου να πιστοποιηθούν οι διαθέσεις των γάλλων. Τον Ρήνο θα διάβαιναν μόνο 19 τάγματα πεζικού και 11 ίλες πυροβολικού, συνολικά 22.000 άνδρες.

Φυσικά, οι δυνάμεις αυτές ήσαν εξαιρετικά μικρές για ένα τέτοιο εγχείρημα. Για να παρακάμψει τις επιφυλάξεις των αξιωματικών του, ο Χίτλερ υποστήριξε ότι στο πλευρό των στρατιωτών του θα έμπαιναν και οι ντόπιοι πολιτοφύλακες, δηλαδή άλλα 38 τάγματα. Παράλληλα, έστειλε στα αεροδρόμια της Ρηνανίας μερικά καταδιωκτικά και βομβαρδιστικά διπλάνα (συνολικά 27 αεροσκάφη) και κινητοποίησε το σύνολο σχεδόν των 720 αρμάτων μάχης που διέθετε. Μόνο που αυτά τα άρματα ήσαν παντελώς άχρηστα σε μάχη, ως αμιγώς… εκπαιδευτικά.

Από την πλευρά της, η Γαλλία διέθετε πάνω από 50 μεραρχίες πλήρως εξοπλισμένες. Αν αποφάσιζε να δώσει αποστομωτική απάντηση στον Χίτλερ, θα μπορούσε να στείλει αμέσως στην Ρηνανία πάνω από 200.000 άντρες, οι οποίοι θα «κατάπιναν» τους γερμανούς σε ελάχιστο χρόνο. Ανήσυχος, ο γερμανός υπουργός άμυνας, ο Βέρνερ φον Μπλόμπεργκ, διέταξε τα στρατεύματά του να μην εμπλακούν σε μάχη και να υποχωρήσουν αμέσως αν οι γάλλοι εκδήλωναν επίθεση.

Παραδόξως, δεν συνέβη τίποτε. Η μοναδική εντολή που δόθηκε στα γαλλικά στρατεύματα ήταν να οχυρωθούν στην Γραμμή Μαζινό και…να περιμένουν (!), λες και η γαλλική ηγεσία φοβόταν εισβολή των γερμανών στην χώρα! Όπως αποκαλύφθηκε αργότερα, το γαλλικό γενικό επιτελείο πήρε αυτή την απόφαση επειδή εκτιμούσε πως οι γερμανοί διέθεταν 24 μεραρχίες πεζικού (!), μια ταξιαρχία ορεινών κυνηγών (!!), δυο μεραρχίες ιππικού και τρεις τεθωρακισμένες μεραρχίες (!!!), χώρια οι πολιτοφύλακες και οι Ες-Ες. Με δυο λόγια, κατά τους γάλλους επιτελείς, οι γερμανοί μπήκαν στην Ρηνανία με 790.000 άντρες και 1.800 τανκς, δηλαδή με δυνάμεις πολλαπλάσιες των γαλλικών! Αν δεν επρόκειτο κακοστημένη παράσταση, τότε επρόκειτο για καθαρή προδοσία.

 Στην ουσία, γάλλοι και άγγλοι γνώριζαν ότι η σύνθεση του ρηνανικού πληθυσμού ήταν σχεδόν αμιγώς γερμανική, οπότε το αποτέλεσμα του -προβλεπόμενου από την Συνθήκη των Βερσαλλιών- δημοψηφίσματος ήταν δεδομένο εκ των προτέρων. Προφανώς, λοιπόν, η φαρσοκωμωδία που σκηνοθετήθηκε στην Ρηνανία, σε πλήρη συνεννόηση των δυτικών δημοκρατιών με τον γερμανό δικτάτορα, είχε σκοπό την ενδυνάμωση του Χίτλερ και την απόλυτη επιβολή του τόσο στο κόμμα του όσο και στην χώρα του.

Πράγματι, ο Χίτλερ βγήκε από την Ρηνανία παντοδύναμος. Είχε πετύχει την απόλυτη νίκη, δίχως να πέσει έστω μια ντουφεκιά. Ο πρώτος blumenkriege (= πόλεμος λουλουδιών) που κέρδισε η Βέρμαχτ, εκτόξευσε την δημοτικότητα του αρχιναζί στα ύψη και, παράλληλα, βούλωσε τα στόματα όσων τον αμφισβητούσαν. Η καθολική ισχύς τού πρώην δεκανέα με το αστείο μουστάκι ήταν πλέον αδιαμφισβήτητη σ’ ολόκληρη την Γερμανία. Και μόλις τέσσερις μήνες αργότερα, αυτή η ισχύς θα μετριόταν και εκτός γερμανικών συνόρων…

.

του Θοδωρή Αθανασιάδη | http://teddygr.blogspot.gr/2013/05/6.html

.

Σύμφωνο Μολότοφ-Ρίμπεντροπ – 5. Η δύση συμπαρίσταται στον Χίτλερ

Είναι σύνηθες να αποκαλούμε «παράφρονα» τον Χίτλερ, όταν αναφερόμαστε σ’ αυτόν. Όμως, αυτός ο χαρακτηρισμός τού γερμανού δικτάτορα είναι μάλλον αποτυχημένος. Παρά την χαμηλή του μόρφωση και την ανύπαρκτη κουλτούρα του (ο φασισμός έχει ιδιαίτερη ροπή στο κιτς), ο Χίτλερ ήταν αρκετά έξυπνος για να καταλάβει πολύ νωρίς ότι το κεφάλαιο, γερμανικό και ξένο, τον χρειαζόταν. Τον χρειαζόταν για δυο λόγους. Πρώτον, για να επανεκκινήσει την γερμανική οικονομία, βοηθώντας να βρεθεί διέξοδος στα προβλήματα που είχε δημιουργήσει το κραχ τού 1929. Και, δεύτερον, τον χρειαζόταν ως αντίβαρο στην εξάπλωση του κομμουνισμού και στην επέκταση της σοβιετικής επιρροής στην Δύση. Το μόνο που όφειλε να κάνει αυτός από την μεριά του ήταν να επιβληθεί στο εσωτερικό της χώρας του και να ποδηγετήσει τις μάζες.

Απτό παράδειγμα της συμπαράστασης που έδειξε η δύση στον Χίτλερ αποτελεί η στάση της στο αυστριακό πραξικόπημα του 1934. Εκείνη την εποχή, καγκελάριος της Αυστρίας ήταν ο χριστιανοσοσιαλιστής Ένγκελμπερτ Ντόλφους. Ο Ντόλφους ήταν κατ’ όνομα μόνο «σοσιαλιστής». Στην ουσία, είχε επιβάλει μια ιδιότυπη δικτατορία, την οποία οι κατοπινοί ιστορικοί ονόμασαν «αυστροφασισμό». Οι κύριοι στόχοι τού Ντόλφους ήταν δύο: η συντριβή της αριστεράς (ακόμη και της μετριοπαθούς σοσιαλδημοκρατίας) και η αποτροπή της ενσωμάτωσης της Αυστρίας στο Γ’ Ράιχ, μια ενσωμάτωση που ευαγγελιζόταν ο -αυστριακής καταγωγής- Χίτλερ.

Τον Ιούλιο του 1934, οι αυστριακοί εθνικοσοσιαλιστές, επιζητώντας την ένωση της χώρας τους με την Γερμανία, εκδήλωσαν πραξικόπημα, δολοφονώντας τον Ντόλφους. Τελικά, το πραξικόπημα δεν πέτυχε και οι εθνικοσοσιαλιστές εξουδετερώθηκαν από τον αυστριακό στρατό. Αν και το Βερολίνο δήλωσε ότι δεν είχε καμιά σχέση μ’ αυτά τα γεγονότα, οι δυτικοί αναλυτές δεν πείστηκαν. Όλα έδειχναν ότι το πραξικόπημα εντασσόταν σε μια προσπάθεια αναθεώρησης της συνθήκης των Βερσαλλιών. Παρά ταύτα, καμία χώρα δεν κατηγόρησε ανοιχτά την Γερμανία. Η μοναδική αντίδραση ήρθε (τί ειρωνεία!) από την… φασιστική Ιταλία, η οποία καταδίκασε δριμύτατα το πραξικόπημα και κάλεσε την Γερμανία να αποφύγει οποιαδήποτε εμπλοκή.

Σημείωση: Η αντίδραση της Ιταλίας είναι λογική. Πρόσφατα, ο Μουσσολίνι είχε προσαρτήσει την γερμανόφωνη περιοχή τού Νοτίου Τυρόλου, την οποία οι ιταλοί αποκαλούν Άλτο Άντιτζε. Ο ιταλός δικτάτορας φοβόταν πως, αν η Γερμανία ενωνόταν με την Αυστρία, ο Χίτλερ θα ζητούσε πίσω τα προσαρτημένα εδάφη.

Δεύτερο και πιο τρανταχτό παράδειγμα της δυτικής συμπαράστασης στον Χίτλερ, ήταν η περίφημη «Αγγλο-Γερμανική Ναυτική Συμφωνία (Anglo-German Naval Agreement, AGNA), η οποία υπεγράφη στο Λονδίνο, στις 18 Ιουνίου 1935. Η εν λόγω διμερής συμφωνία όχι μόνο καταστρατηγούσε κατάφωρα την Συνθήκη των Βερσαλλιών αλλά έγινε και ερήμην των υπολοίπων δυνάμεων της πρώην Αντάντ. Πράγματι, οι άγγλοι προχώρησαν στην σύναψη της AGNA δίχως καν να ενημερώσουν (τουλάχιστον επίσημα) γάλλους και αμερικανούς. Το μόνο που τους ενδιέφερε ήταν να αναθερμάνουν τις οικονομικές τους συναλλαγές με την Γερμανία. Φυσικά, οι βρετανοί «ξέχασαν» να ρωτήσουν ή, έστω, να ενημερώσουν και την Κοινωνία των Εθνών.

Συνοπτικά, η AGNA επέτρεπε στην Γερμανία να αυξήσει την χωρητικότητα του πολεμικού της στόλου μέχρι το 35% του βρετανικού, ποσοστό που ανέβαινε σε 45% για τα υποβρύχια. Κι αν αυτά τα νούμερα δεν λένε πολλά έτσι σκέτα, αρκεί να πούμε πως, με αυτά τα ποσοστά, η Γερμανία πενταπλασίαζε την πολεμική ναυτική της δύναμη και ξεπερνούσε ακόμη και την Γαλλία. Έτσι, ο Χίτλερ θα κυριαρχούσε στην Βαλτική Θάλασσα, εμποδίζοντας την πιθανή σχετική ανάπτυξη των σοβιετικών.

Όπως ήταν αναμενόμενο, η AGNA «άνοιξε» δουλειές για τα αγγλικά μονοπώλια, τα οποία άρχισαν να εφοδιάζουν την Γερμανία με πρώτες ύλες, στρατηγικά υλικά αλλά και πατέντες. Σύντομα, στο φαγοπότι πήραν μέρος και οι ΗΠΑ ενώ δεν άργησε και η Γαλλία να διεκδικήσει κομμάτι από την πίττα. Ο Χίτλερ είχε κάθε λόγο να χαμογελάει κάτω από το κολοβό μουστάκι του.

Α! Παρά λίγο να ξεχάσω μια μικρή λεπτομέρεια. Εκ μέρους της Αγγλίας, την AGNA υπέγραψε ο υπουργός εξωτερικών σερ Σάμιουλ Χόαρ και εκ μέρους της Γερμανίας υπέγραψε ο ομόλογός του Γιόακιμ φον Ρίμπεντροπ…

.

του Θοδωρή Αθανασιάδη | http://teddygr.blogspot.gr/2013/05/5.html

.

Σύμφωνο Μολότοφ-Ρίμπεντροπ – 4. Οι συνθήκες του Α’ Π.Π.

Για να συμπληρώσουμε όσα λέγαμε χτες, επιβάλλεται να ρίξουμε μια ματιά στις συνθήκες που υπεγράφησαν με το τέλος τού Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Συνηθίζουμε να μιλάμε κυρίως για την Συνθήκη των Βερσαλλιών, επειδή αυτή ήταν που ρύθμιζε τις τύχες της Γερμανίας, ενώ είναι ευρύτατη η παραδοχή πως αυτή η συνθήκη περιείχε πολύ σκληρούς όρους. Όμως, η αλήθεια είναι πως την Συνθήκη των Βερσαλλιών ακολούθησαν άλλες τέσσερις συνθήκες (όλες υπογραμμένες σε κάποιο παρισινό προάστιο), οι οποίες περιείχαν πολύ σκληρότερους όρους για τους ηττημένους. Βεβαίως, μιλάμε για την Συνθήκη τού Αγίου Γερμανού (με την Αυστρία), του Τριανόν (με την Ουγγαρία), του Νεϊγύ (με την Βουλγαρία) και των Σεβρών (με την Τουρκία). Πρόκειται για συνθήκες-σφαγεία των ηττημένων συμμάχων της Γερμανίας.

 Ούτε λίγο ούτε πολύ, μ’ αυτές τις συνθήκες εξαφανίστηκαν οριστικά από τον χάρτη τρεις αυτοκρατορίες. Παράλληλα, έκαναν την εμφάνισή τους μια σειρά καινούργια κράτη, τα σύνορα των οποίων χαράχτηκαν εντελώς αυθαίρετα και δίχως να ληφθεί υπ’ όψη η εθνοτική σύνθεση καθενός. Λες και οι νικητές το έκαναν επίτηδες, θέλοντας να ανάψουν εθνικιστικές φωτιές σε ολόκληρη σχεδόν την Ευρώπη από την επόμενη κιόλας μέρα. Και μάλιστα, εθνικιστικές φωτιές που θα υποδαυλίζονταν τόσο από την καταστροφή που άφηνε πίσω του ο πόλεμος όσο κι από την φτώχεια που θα ακολουθούσε.

Για να αποφύγουμε τις πολλές λεπτομέρειες, αξίζει να δώσουμε τον λόγο στον γνωστό μας οικονομολόγο Τζων Μαίυναρντ Κέυνς, ο οποίος συμμετείχε στην συνδιάσκεψη που διαμόρφωσε τις παραπάνω συνθήκες ως οικονομικός σύμβουλος της Βρετανίας (τότε ήταν αναπληρωτής υπουργός οικονομικών). Το 1919, λίγο μετά την υπογραφή των συνθηκών, ο Κέυνς εξέδωσε ένα βιβλίο με τίτλο «Οι οικονομικές συνέπειες της ειρήνης» (εκδόσεις Παπαζήση, 2009), όπου γράφει μεταξύ άλλων:

«Το Συμβούλιο των Τεσσάρων δεν έδωσε καμία σημασία σ΄ αυτά τα ζητήματα, καθώς άλλα είχαν στο νου τους: Ο Κλεμανσώ πώς να συντρίψει την οικονομική ζωή του εχθρού του, ο Λόυντ Τζωρτζ πώς να κλείσει μια συμφωνία για να επιστρέψει με κάτι που θα γινόταν αποδεκτό για μια εβδομάδα, ο Πρόεδρος πώς να μη κάνει τίποτε που δεν θα ήταν δίκαιο. Είναι εκπληκτικό το γεγονός, ότι τα θεμελιώδη προβλήματα μιας Ευρώπης που λιμοκτονούσε και διαλυόταν μπρος στα μάτια τους, ήταν το μόνο ζήτημα που δεν ήταν ικανό να διαγείρει το ενδιαφέρον των Τεσσάρων. Οι αποζημιώσεις ήταν η μόνη τους παρέκκλιση προ το χώρο της οικονομίας και τις προσέγγισαν σαν να ήταν πρόβλημα θεολογικό, πολιτικό, ψηφοθηρικό και, εν πάση περιπτώσει, από κάθε άλλη άποψη εκτός απ΄ αυτή που αφορούσε το οικονομικό μέλλον των Κρατών των οποίων το μέλλον διαχειρίζονταν (…) Οι άνθρωποι δεν είναι πάντοτε διατιθέμενοι να πεθάνουν ήσυχα. Διότι η λιμοκτονία, που σε ορισμένους φέρνει λήθαργο και την ανημποριά της απόγνωσης, σε άτομα διαφορετικού ταμπεραμέντου προξενεί τη νευρική αστάθεια της υστερίας και τρελή απόγνωση. Κι αυτοί στην απελπισία τους μπορεί να ανατρέψουν τα υπολείμματα οργάνωσης και να καταποντίσουν τον ίδιο τον πολιτισμό στη προσπάθειά τους να ικανοποιήσουν όπως μπορούν τις κυρίαρχες ανάγκες του ατόμου (…) Ποτέ δεν έχω νιώσει τόσο δυστυχισμένος όσο τις περασμένες δύο-τρεις εβδομάδες· η Συνθήκη ειρήνης είναι παράλογη και ανεφάρμοστη και δεν θα φέρει παρά δυστυχία…»

Επειδή τούτα τα κείμενα έχουν στόχο την διερεύνηση της Συμφωνίας Μολότοφ-Ρίμπεντροπ, ας περιοριστούμε στα βασικά σημεία τής Συνθήκης των Βερσαλλιών, η οποία αφορούσε την Γερμανία ή, μάλλον, τσάκιζε την Γερμανία, εφ’ όσον:

– Αλσατία και Λορραίνη (περ. 2.000.000 κάτοικοι) αποδίδονταν στην Γαλλία.

– Η επαρχία τού Βόρειου Σλέσινγκ (163.000 κάτοικοι) δινόταν στην Δανία.

– Οι -σχεδόν αμιγώς γερμανικές- επαρχίες Πόζεν (σημ. Πόζναν) και Δυτική Πρωσσία (πάνω από 4 εκατ. κάτοικοι) χαρίζονταν στο νεοδημιουργούμενο κράτος Πολωνία, ώστε αυτό να έχει διέξοδο στην Βόρεια Θάλασσα.

– Το ανατολικό τμήμα της Άνω Σιλεσίας (965.000 κάτοικοι, στην συντριπτική τους πλειοψηφία γερμανόφωνοι) δινόταν επίσης στην Πολωνία. Η υπόλοιπη Άνω Σιλεσία (450.000 κάτοικοι) περνούσε στην Τσεχοσλοβακία.

– Οι πόλεις Όυπεν και Μαλμεντύ, με την ευρύτερη περιοχή τους, περνούσαν στο Βέλγιο.

– Οι περιοχές τού Ζολντάου, της Βάρμιας και της Μασουρίας γίνονταν κι αυτές πολωνικά εδάφη.

– Η βόρεια Ανατολική Πρωσσία (Μέμελ, 150.000 κάτοικοι) τέθηκε υπό γαλλικό έλεγχο και αργότερα αποδόθηκε στην Λιθουανία, δίχως δημοψήφισμα.

– Η ανθρακοφόρα περιοχή τού Σάαρ αποδιδόταν για εκμετάλλευση στην Γαλλία, με τον όρο ότι σε 15 χρόνια θα γινόταν δημοψήφισμα για να αποφασίσουν οι κάτοικοι αν θέλουν να «κολλήσουν» με την Γαλλία ή με την Γερμανία.

– Το λιμάνι Ντάντσυχ (σημ. Γκντανσκ) θα αποτελούσε ανεξάρτητο έδαφος, υπό την επίβλεψη της Κοινωνίας των Εθνών.

– Όλες οι γερμανικές αποικίες χάνονταν: η Γερμανική Ανατολική Αφρική (Μπουρούντι, Ρουάντα, Τανγκανίκα) γινόταν βρετανική, η Γερμανική Νοτιοδυτική Αφρική (σημ. Ναμίμπια) δινόταν στην Νότιο Αφρική, το Καμερούν και το Τόνγκο τα μοιράζονταν βρετανοί και γάλλοι,  η Γερμανική Σαμόα πήγαινε στην Νέα Ζηλανδία, η Γερμανική Νέα Γουινέα στην Αυστραλία και οι υπόλοιπες γερμανικές αποικίες του Ειρηνικού δίνονταν στην Ιαπωνία.

– Τα -πλουσιότατα- εδάφη της δυτικής όχθης του Ρήνου, της Κολωνίας, του Κόμπλεντζ και του Μάιντζ θα παρέμεναν υπό συμμαχική στρατιωτική κατοχή.

Κοντά σε όλα αυτά, η Γερμανία έχανε όλα τα εμπορικά της δικαιώματα με ξένες χώρες (Κίνα, Αίγυπτος, Μέση Ανατολή κλπ), αποδεχόταν την «πολεμική ενοχή» της, δήλωνε ότι ήταν η μόνη υπεύθυνη για τον πόλεμο και δεσμευόταν να καταβάλει όσες πολεμικές αποζημιώσεις τής επιδικάζονταν. Κι όλα αυτά ενώ η Συνθήκη τής αποστερούσε τις πιο πλουτοπαραγωγικές της περιοχές. Τα ίδια και χειρότερα πάθαιναν κι οι άλλοι χαμένοι τού πολέμου.

Θα έλεγε κανείς ότι οι σύμμαχοι έβγαλαν το μένος τους κατά των γερμανών και θά ‘πρεπε να αισθάνονταν ευτυχείς. Δυστυχώς, όμως, σύντομα απεδείχθη ότι ο Κέυνς είχε δίκιο: με την Συνθήκη, η παγκόσμια καπιταλιστική μηχανή έχανε ένα από τα σημαντικότερα γρανάζια της (για παράδειγμα, η Γερμανία αποτελούσε προπολεμικά τον δεύτερο καλύτερο πελάτη τής Βρετανίας) και άρχισε να ρετάρει. Δεν χρειάστηκε να περάσουν παρά μονάχα δέκα χρόνια για να μπουκώσει τελείως αυτή η μηχανή και να γνωρίσει ο πλανήτης την μεγαλύτερη οικονομική κρίση τού εικοστού αιώνα.

Παράλληλα, η Συνθήκη των Βερσαλλιών οδήγησε σε ανατροπή των ενδοκαπιταλιστικών ισορροπιών. Πάνω στο ξεσκισμένο κορμί της Γερμανίας, οι αντιθέσεις εντάθηκαν. Γάλλοι και Άγγλοι καταλάβαιναν ότι σύντομα οι ΗΠΑ θα διεκδικούσαν τον πρωτεύοντα ρόλο στο σύστημα ενώ η Σοβιετική Ένωση δεν θ’ αργούσε να αναδειχτεί σε επικίνδυνο αντίπαλο μέσω της εξάπλωσης του κομμουνισμού. Το σύστημα αναζητούσε εναγωνίως νέο σημείο ισορροπίας.

Μπροστά σ’ αυτά τα προβλήματα, ο καπιταλισμός δεν άργησε να επιλέξει διέξοδο: η Γερμανία έπρεπε να επανενταχθεί στο σύστημα. Κι αυτό φαινόταν πως θα μπορούσε να γίνει σχετικά εύκολα, μιας και η χώρα (όση είχε απομείνει, τέλος πάντων) δεν είχε γνωρίσει την ισοπέδωση του πολέμου και οι υποδομές της ήσαν αλώβητες: η Γερμανία συνθηκολόγησε δίχως να πατήσει στα εδάφη της εχθρικός στρατός.

.

του Θοδωρή Αθανασιάδη | http://teddygr.blogspot.gr/2013/05/4.html

.

Σύμφωνο Μολότοφ-Ρίμπεντροπ – 3. Διπλωματικά παιχνίδια

Για να βγάλουμε μια άκρη στο διπλωματικό κομφούζιο που επικρατούσε στην Ευρώπη εκείνης της εποχής, πρέπει να γυρίσουμε μερικές σελίδες πίσω στο βιβλίο τής Ιστορίας και να φτάσουμε στις αρχές του 1871, όταν η Πρωσσία κατανικά την Γαλλία, επιβάλλει υπέρογκες πολεμικές αποζημιώσεις στους ηττημένους και τους ακρωτηριάζει εδαφικά, προσαρτώντας την Αλσατία και την Λορραίνη (συνθήκη της Φρανφούρτης, 1871). Στις 18/1/1871, ο παντοδύναμος Όθων Βίσμαρκ κηρύσσει την ίδρυση της Γερμανικής Αυτοκρατορίας. Οι Γερμανοί κυριαρχούν πλέον στην Ευρώπη, τόσο οικονομικά όσο και στρατιωτικά.

Κύριο μέλημα της εξωτερικής πολιτικής τού Βίσμαρκ ήταν η αποφυγή σύμπηξης αντιγερμανικών συνασπισμών με την συμμετοχή τής Γαλλίας, κυρίως δε η αποτροπή γαλλορωσσικής προσέγγισης. Οι προσπάθειες του Βίσμαρκ ευοδώθηκαν στις 22/10/1873, όταν οι αυτοκράτορες της Γερμανίας, της Αυστροουγγαρίας και της Ρωσσίας υπέγραψαν τον «Πρώτο Σύνδεσμο των Τριών Αυτοκρατόρων». Έτσι, ο Βίσμαρκ κατάφερε να απομονώσει την Γαλλία και να φέρει στο πλευρό του τις δυο άλλες μεγάλες δυνάμεις της Ευρώπης. Με δεδομένη την εχθρότητα ανάμεσα σε γάλλους και άγγλους, η Γαλλία βρέθηκε δίχως συμμάχους.

Σύντομα, όμως, ο τσάρος Αλέξανδρος Β’ τίναξε τον Σύνδεσμο στον αέρα, μιας κι έβλεπε ότι, μέσω αυτού, σύντομα η Γερμανία θα γινόταν παντοδύναμη και ανεξέλεγκτη. Τότε, το Βερολίνο στράφηκε προς την Βιέννη, με αποτέλεσμα την σύναψη της «Διπλής Συμμαχίας» στις 7/10/1879. Η «Διπλή Συμμαχία» είχε σαφή αντιρωσσικό χαρακτήρα, έστω κι αν αυτός ήταν μόνο αμυντικός (η μια χώρα θα βοηθούσε την άλλη σε περίπτωση ρωσσικής επιθέσεως αλλά όχι σε περίπτωση επιθέσεώς της κατά της Ρωσσίας). Προφανώς, επρόκειτο για έμμεση πίεση του Βίσμαρκ προς τον τσάρο, προκειμένου να επαναφέρει την Ρωσσία στο πλευρό του.

Πράγματι, ο τσάρος επανήλθε και στις 18/6/1881 υπεγράφη ο «Δεύτερος Σύνδεσμος των Τριών Αυτοκρατόρων». Μ’ αυτόν, ο μεν Βίσμαρκ εξασφάλιζε την ρωσσική ουδετερότητα σε περίπτωση γαλλογερμανικής σύρραξης, ο δε τσάρος εξασφάλιζε την μη ανάμειξη Γερμανίας και Αυστροουγγαρίας σε περίπτωση ρωσσοβρεττανικής σύρραξης, λίαν αναμενόμενης λόγω των εντάσεων στην ανατολική Μεσόγειο και νοτίως τού Καυκάσου. Το 1882, ο Βίσμαρκ ολοκλήρωσε το πλάνο του, επεκτείνοντας την «Διπλή Συμμαχία» σε «Τριπλή», με την προσθήκη τής Ιταλίας. Η «Τριπλή Συμμαχία» απετέλεσε την ρίζα που ένωσε τις «κεντρικές δυνάμεις» κατά τον Α’ Π.Π. αλλά και τον κορμό τού «Άξονα» κατά τον Β’ Π.Π.

Η βαλκανική κρίση τού 1885 οδήγησε στην κατάρρευση του «Δευτέρου Συνδέσμου» αλλά ο Βίσμαρκ κατάφερε να υπογράψει με τους ρώσσους την «Συνθήκη Αντασφαλίσεως»  της 18/6/1887, η οποία ήταν τριετούς διαρκείας και προέβλεπε την τήρηση ευμενούς ουδετερότητας σε περίπτωση που μια από τις δυο χώρες ερχόταν σε ρήξη με άλλη μεγάλη δύναμη. Όμως, στις 18/3/1890 ο Βίσμαρκ εξωθείται σε παραίτηση και ο διάδοχός του (ο Γκέοργκ Λέο φον Καπρίβι) αρνείται την ανανέωση της Συνθήκης Αντασφαλίσεως.

Χολωμένος ο τσάρος, στρέφεται προς την Γαλλία, η οποία αρπάζει την ευκαιρία. Το Παρίσι χρειάζεται την στήριξη των ρώσσων για την ανάκτηση της Αλσατίας και της Λορραίνης, ενώ η Μόσχα θέλει την συμπαράσταση των γάλλων στην προσπάθειά της να προσεταιριστεί τις σλαβόφωνες περιοχές των Βαλκανίων. Έτσι, στις 27/8/1891, οι δυο χώρες υπογράφουν συμφωνία συνεργασίας και στις 18/8/1892 στρατιωτική σύμβαση με σαφή αντιγερμανικό χαρακτήρα, ως αντιστάθμισμα στην Τριπλή Συμμαχία.

Τα πράγματα άρχισαν να σκουραίνουν για την Γερμανία ενώ μαύρισαν περισσότερο στις 31/8/1907, όταν βρεττανοί και ρώσσοι υπέγραψαν συμφωνία διευθέτησης των διαφορών τους στην κεντρική Ασία. Κι όταν στις 8/4/1908 Αγγλία και Γαλλία υπέγραψαν την περίφημη «Εγκάρδια Συνεννόηση», η οποία έβαζε τέλος σε μια εχθρότητα που βάσταξε σχεδόν χίλια χρόνια, η Γερμανία αισθάνθηκε απομονωμένη και περικυκλωμένη. Ό,τι ακολούθησε την δολοφονία τού αρχιδούκα Φερδινάνδου το 1914, δεν ήταν παρά το χρονικό ενός προαναγγελθέντος πολέμου.

Είναι σαφές ότι όλες οι συμφωνίες και συνθήκες που προαναφέραμε δεν υπογράφονταν με στόχο την διατήρηση της ειρήνης. Υπογράφονταν κάθε φορά επειδή εξυπηρετούσαν τα συμφέροντα των αρχουσών τάξεων κατά τις συγκεκριμένες χρονικές στιγμές. Έτσι γινόταν πάντοτε. Έτσι έγινε και με την Συνθήκη των Βερσαλλιών. Έτσι έγινε και με όλες τις διμερείς συμφωνίες που συνήφθησαν κατά τον μεσοπόλεμο. Αλλά θα συνεχίσουμε.

.

του Θοδωρή Αθανασιάδη | http://teddygr.blogspot.gr/2013/05/3.html

.

Σύμφωνο Μολότοφ-Ρίμπεντροπ – 2. Η ΕΣΣΔ σε κίνδυνο

Κι ενώ η δύση κοιμόταν τον ύπνο τού δικαίου, στην Μόσχα οι ανησυχίες εντείνονταν. Η ελπίδα ορισμένων αιθεροβαμόνων πως το γερμανικό προλεταριάτο θα επαναστατούσε κόντρα στην αυξανόμενη ισχύ τού φασισμού, απορριπτόταν ασυζητητί από τους θεωρητικούς αναλυτές τού μαρξισμού, οι οποίοι ήσαν πεπεισμένοι -ορθώς- πως, με δεδομένο ότι η σοσιαλδημοκρατία στήριζε τους ναζί, τα λαϊκά στρώματα όχι μόνο δεν θα επαναστατούσαν αλλά αντιθέτως θα συντάσσονταν με τον Χίτλερ.

Παράλληλα, ο δαιμόνιος Στάλιν με το επιτελείο του είχαν κάνει φύλλο και φτερό το ευαγγέλιο του χιτλερισμού, δηλαδή το διαβόητο βιβλίο τού Χίτλερ Ο Αγών μου (Mein Kampf), όπου τα σχέδια του φύρερ εξετίθεντο πεντακάθαρα και δεν επιδέχονταν αμφισβητήσεων, όσον αφορούσε τις προθέσεις τού Χίτλερ απέναντι στην Σοβιετική Ένωση: αυτά τα σχέδια μιλούσαν ευθέως για εξάλειψη της μαρξιστικής ιδεολογίας. Παράλληλα, ο Χίτλερ απέκλειε κάθε περίπτωση επέκτασης της Γερμανίας προς την Μεσόγειο ή και προς τις βόρειες ακτές τής Αφρικής, ενώ επικεντρωνόταν σε αυτό που ανέκαθεν εθεωρείτο ως ουσία των γερμανικών επιδιώξεων: το Drag nach Osten, δηλαδή την επέκταση προς ανατολάς, εις βάρος των σλαβικών λαών, ειδικότερα δε των ρώσσων και των ουκρανών.

Με σαφή την φιλοδοξία τού Χίτλερ να κερδίσει, για λογαριασμό της Γερμανίας εδάφη τής Σοβιετικής Ένωσης και όχι τμήματα των βρετανικών ή γαλλικών αποικιών, η κατάσταση ήταν επικίνδυνη για τους σοβιετικούς. Εξ άλλου, κατά τον Α’ Π.Π. οι γερμανοί είχαν νικήσει κατ’ επανάληψη τα τσαρικά στρατεύματα, αφήνοντας πικρές αναμνήσεις και αίσθηση ταπείνωσης στους ρώσσους. Κι αν στο μεταξύ η ΕΣΣΔ είχε ισχυροποιηθεί στρατιωτικά και αναπτυχθεί βιομηχανικά, είχε να σκέφτεται όχι μόνο τους γερμανούς αλλά και τους ιάπωνες, οι οποίοι την αψηφούσαν ευθέως στην ανατολή, καταλαμβάνοντας την Μαντζουρία.

Τότε ο Στάλιν συνέλαβε την ιδέα να προσεγγίσει όσες καπιταλιστικές χώρες μπορεί να αισθάνονταν ότι απειλούνταν από την ισχυροποίηση της Γερμανίας. Πρώτη του δουλειά ήταν να πλησιάσει τους γάλλους και να διερευνήσει τις προθέσεις τους σχετικά με την τήρηση της γαλλορωσσικής συμμαχίας, η οποία είχε συμφωνηθεί τόσο με την συμφωνία του 1891 όσο και με την στρατιωτική σύμβαση του 1892. Όμως, οι Γάλλοι (πιεζόμενοι ταυτόχρονα και από άλλες κυβερνήσεις, όπως είπαμε χτες) δεν είχαν καμιά διάθεση να καθίσουν στο ίδιο τραπέζι με τον Στάλιν. Έτσι, βρήκαν ως πρόφαση για να «στρίψουν α λα γαλλικά» το ότι η εν λόγω συμμαχία είχε γίνει με την Ρωσσία, η οποία δεν υπήρχε πλέον ως αυτόνομο κράτος. Κατά βάθος, όμως, είχαν στον νου τους δυο πράγματα: πρώτον, αισθάνονταν ασφαλείς έναντι του οποιουδήποτε γερμανικού κινδύνου, λόγω της περίφημης «Γραμμής Μαζινό» και, δεύτερον, ήσαν σίγουροι ότι ο Χίτλερ θα εκινείτο (αν κινείτο) προς ανατολάς, οπότε δεν είχαν κανένα λόγο να σπεύσουν σε βοήθεια των κομμουνιστών.

Επίσης, το καλοκαίρι του 1935 ο Στάλιν πέρασε προς όλα τα κομμουνιστικά κόμματα της δύσης (μέσω Κομιντέρν) την οδηγία να εγκαταλειφθεί η πολιτική σύγκρουσης με την σοσιαλδημοκρατία ή με άλλες αριστερές δυνάμεις και ταυτόχρονα να ενεργοποιηθούν διαδικασίες σύμπηξης Λαϊκών Μετώπων. Από πρώτη άποψη, η οδηγία δείχνει ως οπισθοχώρηση της επαναστατικής διαδικασίας. Όμως, η ιδέα τού Στάλιν ήταν να αποφευχθεί με κάθε τρόπο στην Ευρώπη  η εδραίωση αντικομουνιστικών ή φιλοφασιστικών κυβερνήσεων (πιθανών μελλοντικών συμμάχων τού Χίτλερ) και, παράλληλα, να προωθηθεί η άνοδος στην εξουσία κάποιων δυνάμεων που θα ήσαν διατεθειμένες να συμμαχήσουν με την ΕΣΣΔ.

Στο μεταξύ, η σοβιετική διπλωματία είχε καταφέρει να γίνει δεκτή η χώρα στην Κοινωνία των Εθνών (τον πρόδρομο του σημερινού ΟΗΕ) το 1934, αλλά από το σημείο αυτό μέχρι το να θεωρηθούν οι κομμουνιστές ως επιθυμητοί σύμμαχοι η απόσταση ήταν αβυσσαλέα. Η δύση δεν καλόβλεπε την αύξηση των σοβιετικών εξοπλιστικών προγραμμάτων, φοβούμενη πως ο Στάλιν δεν θα χρησιμοποιούσε τα όπλα του μόνο κατά της Γερμανίας.

Έτσι, η προσπάθεια του Στάλιν να ξυπνήσει τους μακαρίως κοιμωμένους ευρωπαίους έπεσε στο κενό. Οι νικητές τού Α’ Π.Π. δεν πήραν χαμπάρι τον κίνδυνο ούτε όταν η Ιαπωνία χτύπησε την Μαντζουρία στις 19/9/1931, ούτε όταν η Ιταλία εισέβαλε στην Αιθιοπία στις 25/11/1935, ούτε όταν η Γερμανία με την Ιαπωνία υπέγραψαν στις 25/11/1936 σύμφωνο στρατιωτικής συνεργασίας κατά των χωρών-μελών της Κομμουνιστικής Διεθνούς (το γνωστό ως «Σύμφωνο Αντικομιντέρν»), το οποίο συνιστούσε απροκάλυπτη παραβίαση των όρων τής Συνθήκης των Βερσαλλιών. Όσο εκτιμούσαν πως η Γερμανία δεν συνιστούσε κίνδυνο παρά μόνο για την ΕΣΣΔ, όλα ήταν καλά.

Λένε πως ο Χίτλερ παραβίασε κατάφωρα την Συνθήκη των Βερσαλλιών και κακώς οι σύμμαχοι της πρώην Αντάντ δεν αντέδρασαν. Λάθος. Η Συνθήκη των Βερσαλλιών παραβιάστηκε με τις ευλογίες των συμμάχων, για να μη πούμε ότι παραβιάστηκε πρώτα απ’ αυτούς. Στην ουσία, ο Χίτλερ δεν παραβίασε παρά μόνο…ανοιχτές πόρτες.

Στο επόμενο σημείωμα θα επιχειρήσουμε μια σύντομη παρουσίαση του διπλωματικού πλέγματος από τα τέλη του 19ου αιώνα έως την άνοδο των ναζί στην εξουσία. Έτσι, θα καταλάβουμε καλύτερα το πώς παίχτηκε το παιχνίδι την περίοδο 1933-1939 αλλά θα έχουμε και την ευκαιρία να πούμε περισσότερα για την γαλλορωσσική συμμαχία, ικανοποιώντας όσους θα ήθελαν περισσότερα στοιχεία γι’ αυτήν (σημειώστε ότι θα δυσκολευτείτε να βρείτε ιστορικό βιβλίο που να εγκαλεί τους γάλλους για την αδρανοποίηση αυτής της συμφωνίας).

.

του Θοδωρή Αθανασιάδη | http://teddygr.blogspot.gr/2013/05/2.html

.