Οδυσσέας Ιωάννου: 10 ερωτήσεις στην Αφροδίτη Μάνου

Είναι μία από τις σημαντικότερες ελληνίδες στιχουργούς. Μη με ρωτήσετε γιατί διαχωρίζω τους άνδρες από τις γυναίκες, στην στιχουργική, είναι μεγάλη κουβέντα, ελπίζω κάποτε να την κάνουμε…   Η Αφροδίτη Μάνου μου λείπει. Πολύ. Για λίγους -εν ζωή- δημιουργούς θα μπορούσα να το πώ. Εννοώ για λίγους από τους “αποτραβηγμένους”. Η ματιά της, η ευαισθησία της, ενίοτε η “σκληρότητά” της, και η μαστοριά της στο στίχο, είναι αρετές και ποιότητες που δεν έχουμε την πολυτέλεια να στερούμαστε. Δικό της θέμα, το αν θέλει να γράφει ή όχι, δεν θα την υποχρεώσει κανείς, και σε τελική ανάλυση δεν είναι “χαμένος” όποιος δεν δισκογραφεί. Υπάρχουν άνθρωποι που σωπαίνουν γιατί απλά δεν έχουν τι να πουν. Μην ηρωοποιούμε την σιωπή. Η Αφροδίτη δεν ανήκει όμως σε αυτούς. Διαβάστε αυτήν την συνέντευξη και θα πειστείτε.  Και ακούστε την, στο Γυάλινο Μουσικό Θέατρο, σε μια μουσική παράσταση, σε σκηνοθεσία Θανάση Παπαθανασίου και Μιχάλη Ρέππα, με τίτλο “Πάμε κοπέλες”, παρέα με την Ηρώ Σαϊα και την Ευαγγελία Μουμούρη. Τελευταίες παραστάσεις 30 και 31 Δεκεμβρίου, και 1, 5, 6 και 7 Ιανουαρίου.

– Δεν μπορώ να αποφύγω ως πρώτη ερώτηση το “πού χάθηκες;”. Τί σε “έδιωξε” από την δισκογραφία;

Δεν έγινε απ’ τη μια μέρα στην άλλη. Από την αρχή, ακόμα, έβλεπα τα ΜΜΕ και τους “επιτήδειους” να διαμορφώνουν ένα κλίμα μέσα στό οποίο δεν χωρούσα. Γκλαμουριά και ευδαιμονισμός. Όποιος δεν διασκεδάζει, μας ενοχλεί. Όξω γύφτο απ’ την παράγκα! (Τώρα κάνουν και αυτοκριτική γιατί γεράσανε και δεν είναι πια όμορφοι και επιθυμητοί, γι’ αυτό τώρα όλοι με τις φιλανθρωπίες θα τρέχουν και τα συσσίτια, Λέιντυ Νταιάνα όλοι τους, αλλά μην τους ακούτε, τα ίδια θα ξανάκαναν με πρώτη ευκαιρία!). Αλλά ήταν και οι “δικοί μας” άνθρωποι, που ως συνήθως ούτε δυο γαιδουριών άχυρα δεν μπορούν να ξεχωρίσουν. Στην αρχή νομίσανε φαίνεται ότι ζήλεψα τη Μαντόνα, επειδή το τραγούδι μου με το Φολκσβάγκεν είχε λίγο πιο “ποπ” μουσική απ’ ό,τι με είχανε συνηθίσει και με ξεγραψανε οι “της ποιότητας», τρομάρα τους, από πού; Από το σπίτι μου.  Από τον φυσικό μου χώρο. Εγώ από εφτά χρονών τραγουδούσα “Κράτησα τη ζωή μου ταξιδεύοντας ανάμεσα σε κίτρινα δέντρα” χωρίς να καταλαβαίνω και τι λέω και τώρα που καταλαβαίνω πια, σ’ αυτό το δάσος από “κίτρινα δέντρα” πάλι λίγοι είμαστε κι όλους εκείνους δεν τους βλέπω αλλά αυτό δεν έχει να κάνει με τους άλλους, είναι θέμα χαρακτήρα και επιλογών. Κι ύστερα αρχίσαν τα λαδώματα, τα τραπεζώματα, οι μεσάζοντες, οι προσκλήσεις αντικατέστησαν τις προκλήσεις κι έγινε το τραγούδι τόσο πολύπλοκο και σκοτεινό που ούτε στο χειρότερό σου εφιάλτη… Μόνος σου δεν μπορούσες να κάνεις τίποτα. Κι εγώ δεν είχα κανέναν. Κι έτσι έφυγα και πήγα πιο κει κατά θέατρο μεριά, που με θέλανε και μ’ αγαπούσανε και μ’ αγαπούν και μ’ εκτιμούν και ξέρουν γιατί στα τραγούδια μου βάζω αυτή τη λέξη μπρος κι εκείνη πίσω και περνάμε μια χαρά.

– Όλα αυτά τα χρόνια, πέρα από την μουσική που έχεις γράψει για το θέατρο, έπιανες την κιθάρα σου να γράψεις κάτι, εκτός παραγγελίας;

Μπα, δε βαριέσαι. Λίγα πράματα. Ε, δε βλέπω και πολλούς να είναι παραγωγικοί…

– Αρκετοί ομότεχνοί σου έχουν απογοητευτεί από την κατάρρευση της αγοράς του δίσκου –μαθημένοι και από άλλες εποχές- και δεν φροντίζουν ιδιαίτερα ούτε το υλικό τους ούτε την ενεργή παρουσία τους στην δισκογραφία. Θεωρείς ότι η απογοήτευση είναι ο πιο ύπουλος εχθρός;

Οι ομότεχνοι μου, αν εννοείς τους τραγουδοποιούς, δεν ήταν ποτέ καλομαθημένοι από πωλήσεις. Πάντα δύσκολο παιχνίδι έπαιζαν κι εντάξει, μια στις τόσες ένα τραγούδι, άντε κι ένα άλμπουμ έσπαγε το φράγμα των αριθμών. Πότε με μια “έξυπνη” συμμετοχή, πότε από μόνο του. Μαθημένα τα βουνά απ’ τα χιόνια, λοιπόν. Πιστεύω ότι όσο ζει το τραγούδι, θα βρεθεί ένας τρόπος για να ζήσουν και οι δημιουργοί του. ΠΡΕΠΕΙ να βρεθεί. Είναι κάτι που έχει να κάνει με την παγκόσμια αγορά κι αυτό με κάνει να ελπίζω…

–  Έχοντας περάσει από εποχές που το ελληνικό τραγούδι ήταν σημείο αναφοράς μιας ολόκληρης κοινωνίας, πώς βλέπεις σήμερα τις αντιστοιχίες του με τον κόσμο και την εποχή;

Και τώρα είναι σημείο αναφοράς μιας ολόκληρης κοινωνίας. Η ανυπαρξία. Η έλλειψη ταυτότητας. Ο φόβος για το αύριο. Η εθνική επαιτεία. Αυτό είναι το τραγούδι σήμερα, γι’ αυτό και δεν το γράφει κανείς. Έχουμε όμως γερό αποθεματικό. Από ένα τόσο πλούσιο κεφάλαιο τόσων αιώνων, κάτι θα μείνει, έστω και σε μορφή αλγορίθμων. Για τα παιδιά εννοώ και τα παιδιά τους. Εμείς τώρα στη λάντζα για να ξεχρεώσουμε τους  Ολυμπιακούς Αγώνες των επιτυχημένων, ντοπαρισμένων και αφηνιασμένων ηγετών μας (όχι μόνο στην πολιτική). Α, ξέχασα, έχουμε και τη Γιουροβίζιον. Αυτό το ανατριχιαστικό διαβαλκανικό, πανευρωπαικό άκουσμα του ξεπεσμού και της μιζέριας και της νομιμοποίησης των μαφιόζικων τερατουργημάτων του ανύπαρκτου σοσιαλισμού.

– Όταν έγραφες το “Για ποια Ελλάδα ρε γαμώτο” ακουγόταν σαν παραφωνία στο πάρτυ. Αισθάνεσαι δικαιωμένη; Και αν ναι, είναι κάποια παρηγοριά η δικαίωση;

Θα μπορούσε να πει κανείς ότι η ανθρώπινη ματαιοδοξία μου εν μέρει, αισθάνεται δικαιωμένη. Ξέρεις, Οδυσσέα, ότι δεν είμαι και ο τρελός του χωριού. (Προσέχεις, τρελός με ένα λάμδα; Προσαρμόζομαι!) Αυτό το “σαν παραφωνία στο πάρτυ”, είναι που μου τα χαλάει. Γιατί το τραγούδι είναι μια απλή και ταπεινή μορφή τέχνης και πρέπει να ‘ναι δίπλα στον παραλήπτη του, στον κόσμο, στον λαό, στο κοινό, στους αγοραστές του όπως και να το πεις το ίδιο είναι. Οποιαδήποτε αναντιστοιχία, σημαίνει ρήξη στην επικοινωνία δηλαδή, τόχασες το μπαλάκι. Τώρα, παρηγοριά το ότι η ξεφτίλα και η ζητιανιά, είναι πια καθεστώς, φυσικά και δεν είναι. Και τα χειρότερα, έπονται…

– Αν ξαναέγραφες σήμερα το τραγούδι, θα ήσουν πιο θυμωμένη ή πιο διαλλακτική; Μπορείς κάπως να μου το συνεχίσεις με όρους Ελλάδας του 2011;

Το “αλάρμ” το πατάς, όταν βλέπεις τη χιονοστοιβάδα να σου ‘ρχεται, όχι πια όταν έχεις θαφτεί κάτω από τόνους χιόνι κι έχεις τα “συνεργεία” από πάνω να τσακώνονται ποια μέθοδο θ’ ακολουθήσουν για να σε σώσουν. Εκεί ή περιμένεις άπραγος να σωθείς, η σκάβεις το δικό σου λαγούμι κι όπου σε βγάλει. Τίποτα αξίνες και φτυάρια θέλουμε και, προσοχή στον δυναμίτη!

– Αισθάνεσαι πως πραγματικά ζήσαμε “χλιδάτα” και τώρα μας αξίζει τιμωρία;

Αυτά, όποιος τα πιστεύει, πάει στο Άγιον Όρος και γίνεται καλόγερος. Μακάρι να ‘ταν τόσο απλά τα πράγματα. Εγώ, απλώς πιστεύω ότι είμαστε ΠΟΛΥ μακρυά νυχτωμένοι σ’ ό, τι αφορά την Πολιτική Σκέψη και την Οικονομία. Η “μετα-καπιταλιστική” περίοδος εξακολουθεί να είναι ζητούμενο για τους σοφούς του κόσμου τούτου.

– Η απάντηση παραμένει η Αριστερά; Και ποια Αριστερά; Της πλήρους ανατροπής, ή η διαλλακτικότερη, της “συμμετοχής”;

Αυτά που ξέρατε, να τα ξεχάσετε! Τέρμα οι ευκολίες. Όταν μιλάμε για χρεωκοπία δεν εννοούμε μόνο στα λεφτά. Όλα έχουν χρεωκοπήσει, καιρό τώρα, μα δεν το βλέπετε πια; Δε σας βρωμάει η πτωμαίνη; Ξεχύνεται από παντού. Απ’ τη Βουλή, απ’ την Τηλεόραση, απ’ τα σπίτια μας και τ’ αυτοκίνητά μας απ’ τις λέξεις μας και τα αισθήματά μας. Άλφα-βήτα-γάμμα-δέλτα. Αυτή είναι η απάντηση. Απ’ την αρχή. Και η Αριστερά, η όποια Αριστερά μαζί με όποιον άλλον έχει μείνει να αγαπάει αυτόν τον τόπο, πρέπει να ζητήσει την Τιμωρία. Σοβαρά. Σθεναρά. Κι όχι του παραπλανημένου ΕσΓιουΒίστα, που πήρε μεγαλύτερο δάνειο απ’ αυτό που μπορούσε να ξοφλήσει. Όχι φυσικά. Αλλά των προκλητικών και των ασύδοτων. Των καταχραστών και των μεθυσμένων της Εξουσίας και του Χρήματος. Και δεν εννοώ κρεμάλες και φυλακές. Πολιτισμένα πράγματα. Πάρ’ του τα, το κέρατό μου, πίσω! Να μείνει στο τριάρι στην Κυψέλη και να μην του ανάβουν το καλοριφέρ γιατί “δε φτάνουν τα λεφτά για πετρέλαιο”. Λυπάμαι, αλλά εδώ που φτάσαμε, χρειάζεται κάθαρση. Και φυσικά “Αρετή και Τόλμη”. Καινούριος αέρας, καινούριες θεωρίες. Κι εμείς, ο λαός ν’ αρχίσουμε λίγο να σκεφτόμαστε και να διαβάζουμε πάλι και να ψαχνόμαστε. Κι αυτούς που μας έφεραν στο σημείο, για ΠΡΩΤΗ φορά να χάσουμε την περηφάνεια μας – ούτε στην Κατοχή δεν έγινε- να τους μάθουμε πρώτα καλά και να τους θυμόμαστε και να επαγρυπνούμε και… και… Και σιγά μη γίνει τίποτα απ’ όλα αυτά. Το κουκούλωμα θα θριαμβεύσει ξανά γιατί δεν ξέρει και κανείς τι πρέπει να γίνει, για να μην τους πεθάνουν κι οι πελάτες από την πείνα, τρέχουν και δε φτάνουν οι χρεωκοπημένοι οικονομολόγοι και αναλυτές κι ο Καπιταλισμός πάει με τον αυτόματο πιλότο κι όποιον πάρει ο Χάρος.

– Τι θα παρουσιάσεις στο Γυάλινο Μουσικό Θέατρο;

Στο Γυάλινο Μουσικό Θέατρο, έχουμε μια Μουσική Παράσταση των Θανάση Παπαθανασίου και Μιχάλη Ρέππα με τραγούδια κυρίως δικά μου και άλλα, από διάφορα είδη του ελληνικού τραγουδιού δεμένα μεταξύ τους με κείμενα εμπνευσμένα από ιστορίες των τραγουδιών μου. Μαζί μου, η Ηρώ Σαία, με γερή, δυνατή κοριτσίστικη φωνή και ερμηνεία και η Ευαγγελία Μουμούρη, εξαιρετική ηθοποιός και τραγουδίστρια με κάτι από Σοφία Λόρεν και Άννα Χρυσάφη, μαζί. Εμείς οι τρεις και μια λιτή, πλην άκρως αποτελεσματική πενταμελής ορχήστρα. (Αν είχαμε λεφτά κι εμείς θα θέλαμε μια μεγαλύτερη η μια Συμφωνική. Πάσα προσφορά δεκτή.) Τίτλος του προγράμματος, ΠΑΜΕ ΚΟΠΕΛΕΣ

– Να περιμένουμε καινούρια τραγούδια, στην παράσταση ή στην δισκογραφία;

Στην παράσταση, όχι. Χρειάζομαι ένα καλό crash test στα παλιά μου πρώτα. Ελάτε να μας δείτε. Κι αν ανεβεί και λίγο το ηθικό, τότε πάμε για τα καινούρια…

του Οδυσσέα Ιωάννου | http://www.protagon.gr/?i=protagon.el.proswpa&id=11429